Γιάννης Τριήρης: Πρόκειται για μια βαθιά ανήθικη οικονομική πολιτική

Γιάννης Τριήρης: Πρόκειται για μια βαθιά ανήθικη οικονομική πολιτική
Τρίτη, 26/05/2026 - 08:15

Είναι τουλάχιστον εξοργιστικός ο τρόπος τον οποίο η κυβέρνηση Μητσοτάκη αντιλαμβάνεται την έννοια της οικονομικής δικαιοσύνης και της δημοσιονομικής υπευθυνότητας.

Από τη μία πλευρά, εμφανίζεται ως ο πιο αμείλικτος, ψηφιακά εξοπλισμένος διώκτης του πολίτη φορολογούμενου, επιστρατεύοντας κάθε διαθέσιμο εργαλείο για να μην ξεφύγει ούτε ευρώ. Από την άλλη, όταν πρόκειται για τις δικές της υποχρεώσεις, η κυβέρνηση βγάζει από το συρτάρι την παλιά, δοκιμασμένη φορεσιά του κακοπληρωτή. Του θεσμικού «μπαταχτσή» που ζει εις βάρος της αγοράς και της κοινωνίας.

Τα στοιχεία του υπουργείου Οικονομικών του πρώτου τριμήνου του έτους για τις ληξιπρόθεσμες υποχρεώσεις του Δημοσίου δεν αφήνουν περιθώρια για παρερμηνείες ή κυβερνητικά αφηγήματα περί «νοικοκυρέματος». Η πραγματικότητα είναι αδυσώπητη. Το κράτος χρωστάει παντού και η τάση είναι σταθερά αυξητική.

Μέσα σε μόλις τρεις μήνες, οι ληξιπρόθεσμες οφειλές του Δημοσίου αυξήθηκαν κατά 526 εκατ. ευρώ σε σύγκριση με τον Δεκέμβριο του 2025, αγγίζοντας το δυσθεώρητο ποσό των 3,1 δισ. ευρώ. Αν σε αυτό το νούμερο προστεθούν και οι εκκρεμείς επιστροφές φόρων, το συνολικό φέσι που φοράει το κράτος σε προμηθευτές, φορολογούμενους και συνταξιούχους εκτοξεύεται στα 3,869 δισ. ευρώ. Μιλάμε για μια αύξηση της τάξης των 570 εκατ. ευρώ μέσα σε ένα τρίμηνο. Χρήμα που λείπει από την πραγματική οικονομία, χρήμα που στερούνται οι επιχειρήσεις και τα νοικοκυριά.

Την ίδια στιγμή, η περίφημη «συνέπεια» της ΑΑΔΕ στην επιστροφή των φόρων αποδεικνύεται μύθος. Τον Μάρτιο, οι εκκρεμείς επιστροφές έφτασαν τα 766 εκατ. ευρώ. Το κράτος κρατάει παράνομα στα ταμεία του 329 εκατ. ευρώ για πάνω από 90 ημέρες, ενώ οι «φρέσκες» καθυστερήσεις (κάτω των 90 ημερών) αυξήθηκαν μέσα σε ένα μήνα από τα 343 στα 437 εκατ. ευρώ. Όταν ο πολίτης καθυστερεί τον φόρο του έστω και μία ημέρα, αντιμετωπίζει πρόστιμα, προσαυξήσεις και κατασχέσεις. Όταν το κράτος καθυστερεί την επιστροφή φόρων στους πολίτες για μήνες, απλώς σφυρίζει αδιάφορα.

Και κάπου εδώ ολοκληρώνεται το σκηνικό του παραλόγου. Ενώ το κράτος λειτουργεί ως στάση πληρωμών, αρνούμενο να επιστρέψει όσα οφείλει, η κυβερνητική βουλιμία για νέα έσοδα παραμένει ακόρεστη. Η πρόσφατη είδηση για την επιβολή ενός νέου φόρου στην ακίνητη περιουσία έρχεται να επιβεβαιώσει ότι η φοροεπιδρομή δεν έχει τέλος. Η ακίνητη περιουσία, η οποία έχει ήδη υπερφορολογηθεί με κάθε πιθανό και απίθανο τρόπο τα τελευταία χρόνια, μετατρέπεται για ακόμα μια φορά στην εύκολη «αγελάδα» που πρέπει να αρμεχθεί μέχρι τέλους.

Πρόκειται για μια βαθιά ανήθικη οικονομική πολιτική. Από τη μία πλευρά, η κυβέρνηση στραγγίζει τη ρευστότητα των πολιτών και των επιχειρήσεων μέσω μιας ασταμάτητης φορολογικής αφαίμαξης και νέων χαρατσιών στην ιδιοκτησία. Από την άλλη, κρατάει εγκλωβισμένα τα δισεκατομμύρια που οφείλει στην αγορά για να παρουσιάζει εικονικά πλεονάσματα και να κάνει «δημοσιονομικές ασκήσεις επί χάρτου».

Αυτή η ιδιότυπη ασυλία του κρατικού «μπαταχτσή», που νομοθετεί νέους φόρους την ίδια ώρα που αρνείται να πληρώσει τα χρέη του, δεν είναι απλώς δείγμα κακοδιαχείρισης. Είναι μια συνειδητή επιλογή που υπονομεύει την αξιοπιστία της χώρας, γονατίζει την επιχειρηματικότητα και εξοργίζει την κοινωνία. Αν η κυβέρνηση θέλει να μιλάει για «ευρωπαϊκή κανονικότητα», ας ξεκινήσει από τα βασικά, να πληρώσει αυτά που χρωστάει στους πολίτες πριν απλώσει, για ακόμα μια φορά, το χέρι στην τσέπη τους.