Στην προσπάθειά του να εμφανιστεί αρεστός στον Ντόναλντ Τραμπ, ο Κυριάκος Μητσοτάκης έχει προχωρήσει το τελευταίο διάστημα σε μια σειρά διπλωματικών γκαφών. Η κορυφαία από αυτές ήταν η δήλωσή του, μετά την εισβολή αμερικανικών δυνάμεων στη Βενεζουέλα και την απαγωγή του προέδρου της χώρας, ότι «δεν είναι ώρα να σχολιάσουμε τη νομιμότητα των πρόσφατων ενεργειών».
Η φράση αυτή συνιστά ευθεία υποβάθμιση του διεθνούς δικαίου και έρχεται σε αντίθεση με τις θεμελιώδεις ευρωπαϊκές αξίες. Διατυπώθηκε μάλιστα την ώρα που οι περισσότερες ευρωπαϊκές κυβερνήσεις επέλεγαν μια στάση προσοχής, ανησυχίας και ρητής αναφοράς στην ανάγκη σεβασμού της διεθνούς νομιμότητας. Η Ελλάδα, μια χώρα που έχει ζωτικό συμφέρον από την ύπαρξη κανόνων στο διεθνές σύστημα, εμφανίστηκε έτσι να σιωπά εκεί όπου όφειλε να μιλήσει καθαρά.
Λίγες ημέρες αργότερα ακολούθησε η δήλωση για το αμφιλεγόμενο «Συμβούλιο Ειρήνης» του Τραμπ, μια πρόταση που στην ουσία αμφισβητεί τον ρόλο και την ύπαρξη του ΟΗΕ. Ο Έλληνας πρωθυπουργός εξέφρασε μια μορφή μερικής συμφωνίας, τη στιγμή που η συντριπτική πλειοψηφία των ευρωπαϊκών κυβερνήσεων αντιμετώπισε την ιδέα αυτή με επιφύλαξη ή και ανοικτή διαφωνία.
Όλες αυτές οι τοποθετήσεις μοιάζουν να πηγάζουν από το άγχος και την αγωνία του να κερδίσει την εύνοια του Αμερικανού προέδρου, ο οποίος ωστόσο δείχνει να τον αγνοεί. Και αυτή η απαξιωτική στάση δεν αφορά μόνο την Ελλάδα· αφορά και άλλους, πολύ ισχυρότερους Ευρωπαίους ηγέτες. Η διαφορά είναι ότι εκείνοι δεν πλειοδοτούν σε δηλώσεις κατανόησης ή συγκατάθεσης προς την Ουάσιγκτον.
Το πρόβλημα, όμως, δεν είναι επικοινωνιακό. Είναι βαθιά πολιτικό. Ο Κυριάκος Μητσοτάκης δείχνει να μην έχει χαράξει μια σταθερή και συνεκτική εξωτερική πολιτική. Πελαγοδρομεί ανάμεσα:
- στη στήριξη ενός κόσμου κανόνων και διεθνούς νομιμότητας,
- και στην προσαρμογή σε έναν κόσμο ισχύος, όπου ο δυνατός επιβάλλεται.
Ακόμη και η καθιερωμένη κυριακάτικη ανάρτησή του στα κοινωνικά δίκτυα, στις 25 Ιανουαρίου, αντί να ξεκαθαρίσει το τοπίο, το μπέρδεψε περισσότερο. Αναφερόμενος στη Δανία και τη Γροιλανδία, δήλωσε ότι «οφείλουμε να διατηρούμε ένα πλαίσιο συνεννόησης και λειτουργικούς διαύλους συνεργασίας με τις Ηνωμένες Πολιτείες, ακόμη και σε περιόδους έντασης, καθιστώντας παράλληλα σαφείς τις κόκκινες γραμμές μας».
Όμως στο ζήτημα της Γροιλανδίας οι υπόλοιποι Ευρωπαίοι ηγέτες – και ιδιαίτερα ο Γάλλος πρόεδρος και ο Γερμανός καγκελάριος, οι δύο ισχυρότεροι πυλώνες της ΕΕ – έχουν πάει πολύ πιο πέρα. Μιλούν πλέον ανοιχτά για μια σκληρή νέα πραγματικότητα στις διατλαντικές σχέσεις και για την ανάγκη η Ευρωπαϊκή Ένωση να επιδιώξει μεγαλύτερη στρατηγική αυτονομία και ανεξαρτησία.
Ο Κυριάκος Μητσοτάκης δηλώνει θεωρητικά σύμφωνος με αυτή την προοπτική. Όμως οι πράξεις και οι δηλώσεις του δεν τον καθιστούν πειστικό. Δεν μπορείς από τη μια να μιλάς για ενίσχυση της Ευρώπης και από την άλλη να αποφεύγεις να υπερασπιστείς ρητά το διεθνές δίκαιο όταν αυτό παραβιάζεται κατάφωρα.
Στην εξωτερική πολιτική δεν χωρούν αλαλούμ, αντιφάσεις και μισόλογα.
Για την Ελλάδα ειδικά, η υπεράσπιση των κανόνων δεν είναι πολυτέλεια ούτε ιδεολογική επιλογή. Είναι ζήτημα εθνικής επιβίωσης.






