Πόλεμος στο Ιράν: Ποιες χώρες είναι περισσότερο ευάλωτες στο ενεργειακό σοκ

Πόλεμος στο Ιράν: Ποιες χώρες είναι περισσότερο ευάλωτες στο ενεργειακό σοκ
Jeff Kingma on Unsplash
Δευτέρα, 23/03/2026 - 06:52

Η τρέχουσα ενεργειακή κρίση υποδεικνύει πόσο ευάλωτη είναι η παγκόσμια οικονομία λόγω της εξάρτησης από το πετρέλαιο και το φυσικό αέριο, ενισχύοντας την πίεση για ταχύτερη ενεργειακή μετάβαση.

Ο πόλεμος στο Ιράν αποκαλύπτει την εξάρτηση της διεθνούς κοινότητας από τις «εύθραυστες» διαδρομές ορυκτών καυσίμων, ενισχύοντας την ανάγκη για επιτάχυνση της μετάβασης σε ανανεώσιμες πηγές ενέργειας.

Οι συγκρούσεις έχουν σχεδόν διακόψει τις εξαγωγές πετρελαίου μέσω των Στενών του Ορμούζ - διαταράσσοντας τις αγορές ενέργειας, αυξάνοντας τις τιμές και ασκώντας πιέσεις στις οικονομίες που εξαρτώνται περισσότερο από τις εισαγωγές.

Οι επιπτώσεις είναι έντονες στην Ασία - όπου κατευθύνεται κατά βάση το πετρέλαιο που διέρχεται των Στενών - αλλά ιδιαίτερα αισθητές και στην Ευρώπη, όπου οι υπεύθυνοι χάραξης πολιτικής αναζητούν τρόπους μείωσης της ζήτησης ενέργειας. Την ίδια ώρα η Αφρική προετοιμάζεται για αυξήσεις στο κόστος καυσίμων αλλά και ειδών πρώτης ανάγκης.

Ανανεώσιμες πηγές: Από εναλλακτική σε αναγκαιότητα

Σε αντίθεση με προηγούμενα ενεργειακά σοκ, η ανανεώσιμη ενέργεια αποτελεί πλέον μια ανταγωνιστική επιλογή σε πολλές περιοχές. Σύμφωνα με τον Διεθνή Οργανισμό Ανανεώσιμης Ενέργειας, πάνω από το 90% των νέων έργων ανανεώσιμης ενέργειας το 2024 ήταν φθηνότερα από τις εναλλακτικές λύσεις ορυκτών καυσίμων.

Στην παρούσα κρίση γίνεται σαφές πως οι περισσότερες χώρες αισθάνονται τις επιπτώσεις, αλλά όσες διαθέτουν μεγαλύτερη διείσδυση ανανεώσιμων πηγών είναι πιο προστατευμένες, καθώς βασίζονται σε εγχώριους πόρους όπως ο ήλιος και ο άνεμος και όχι σε εισαγόμενα καύσιμα.

«Αυτές οι κρίσεις συμβαίνουν τακτικά», δηλώνει ο Τζέιμς Μπόουεν της συμβουλευτικής εταιρείας ReMap Research με έδρα την Αυστραλία. «Αποτελούν χαρακτηριστικό - κι όχι σφάλμα - ενός ενεργειακού συστήματος που βασίζεται στα ορυκτά καύσιμα».

Η Κίνα και η Ινδία, οι δύο πολυπληθέστερες χώρες στον κόσμο, αντιμετωπίζουν την ίδια πρόκληση: να παράγουν αρκετή ενέργεια για την ανάπτυξή τους. Και οι δύο έχουν επεκτείνει τις ανανεώσιμες πηγές, αλλά η Κίνα το έκανε σε πολύ μεγαλύτερη κλίμακα, παρά τη συνεχιζόμενη εξάρτησή της από τον άνθρακα.

Σήμερα, η Κίνα ηγείται παγκοσμίως στις ανανεώσιμες πηγές ενέργειας. Περίπου ένα στα δέκα αυτοκίνητα είναι ηλεκτρικό. Παρότι παραμένει ο μεγαλύτερος εισαγωγέας αργού πετρελαίου και σημαντικός αγοραστής ιρανικού πετρελαίου, η ηλεκτροποίηση της οικονομίας της έχει μειώσει την εξάρτηση από εισαγωγές.

Χωρίς αυτή τη στροφή, η Κίνα θα ήταν «πολύ πιο ευάλωτη σε διαταραχές προσφοράς και τιμών», σύμφωνα με τον Λάουρι Μίλιβιρτα του Centre for Research on Energy and Clean Air. Παράλληλα, μπορεί να βασίζεται σε αποθέματα που δημιουργήθηκαν σε περιόδους χαμηλών τιμών και να εναλλάσσει άνθρακα και πετρέλαιο ως καύσιμα στη βιομηχανία.

Η Ινδία έχει επίσης αυξήσει τη χρήση καθαρής ενέργειας, ιδιαίτερα της ηλιακής, αλλά πιο αργά και με λιγότερη κρατική στήριξη. Μετά την εισβολή της Ρωσίας στην Ουκρανία το 2022, έδωσε προτεραιότητα στην ενεργειακή ασφάλεια, αγοράζοντας φθηνότερο ρωσικό πετρέλαιο και αυξάνοντας την παραγωγή άνθρακα.

Σήμερα, αντιμετωπίζει έλλειψη υγραερίου για μαγείρεμα, γεγονός που οδηγεί σε αύξηση της ζήτησης για επαγωγικές εστίες και προκαλεί ανησυχίες για τον κλάδο της εστίασης. Επηρεάζονται επίσης βιομηχανίες όπως τα λιπάσματα και τα κεραμικά.

Ποιοι αντέχουν περισσότερο στο ενεργειακό σοκ

Στις πλούσιες χώρες, το ενεργειακό σοκ θυμίζει προηγούμενες κρίσεις. Μετά το 2022, αρκετές ευρωπαϊκές χώρες επιχείρησαν να μειώσουν την εξάρτηση από τα ορυκτά καύσιμα, αλλά σύντομα στράφηκαν στην εξεύρεση νέων προμηθευτών αντί για επιτάχυνση της ενεργειακής μετάβασης.

Η Γερμανία κατασκεύασε τερματικούς σταθμούς LNG για να αντικαταστήσει το ρωσικό αέριο, ενώ η ενεργειακή μετάβαση επιβραδύνθηκε. Σύμφωνα με μελέτη του 2023, οι επιπλέον δαπάνες της Ευρώπης για ορυκτά καύσιμα αντιστοιχούν περίπου στο 40% των επενδύσεων που θα απαιτούνταν για μετάβαση σε καθαρή ενέργεια.

Στην Ιαπωνία, οι πολιτικές επικεντρώνονται κυρίως στη διαφοροποίηση εισαγωγών καυσίμων και όχι στην ενίσχυση εγχώριων ανανεώσιμων πηγών. Η ηλιακή και αιολική ενέργεια αντιστοιχούν μόλις στο 11% της παραγωγής.

Οι φτωχότερες χώρες είναι οι πιο εκτεθειμένες, καθώς ανταγωνίζονται τις πλουσιότερες για περιορισμένες προμήθειες ενέργειας, οδηγώντας σε αύξηση τιμών. Οικονομίες όπως το Μπενίν, η Ζάμπια, το Μπαγκλαντές και η Ταϊλάνδη αντιμετωπίζουν ισχυρές πιέσεις, με αυξήσεις στο κόστος μεταφορών και τροφίμων.

Η Αφρική είναι ιδιαίτερα ευάλωτη λόγω της εξάρτησής της από εισαγόμενο πετρέλαιο. Ωστόσο, η επένδυση σε καθαρές μορφές ενέργειας θεωρείται κρίσιμη για τη μακροπρόθεσμη ενεργειακή ασφάλεια.

Η αυξημένη χρήση ανανεώσιμων πηγών έχει ήδη προστατεύσει ορισμένες χώρες. Το Πακιστάν έχει μειώσει σημαντικά τις εισαγωγές καυσίμων χάρη στην ηλιακή ενέργεια, ενώ το Βιετνάμ εξοικονομεί εκατοντάδες εκατομμύρια δολάρια από εισαγωγές.

Άλλες χώρες λαμβάνουν έκτακτα μέτρα: στο Μπαγκλαντές έκλεισαν πανεπιστήμια για εξοικονόμηση ενέργειας, ενώ η Ταϊλάνδη ανέστειλε εξαγωγές πετρελαίου και αξιοποιεί αποθέματα.

«Η ώρα για την προώθηση των εγχώριων ανανεώσιμων πηγών ενέργειας έπρεπε να είχε έρθει εδώ και καιρό», τονίζει η Αρίπορν Ασαγουινπονγκφάν του Thailand Development Research Institute.

Πηγή: Associated Press

Τελευταία τροποποίηση στις 23/03/2026 - 06:52