Ισχυρό και διαρκές αποτύπωμα στο διαθέσιμο εισόδημα των νοικοκυριών έχει το κόστος της ενέργειας, με τους λογαριασμούς ρεύματος και θέρμανσης να απορροφούν ολοένα μεγαλύτερο μέρος των μηνιαίων δαπανών. Σύμφωνα με την ετήσια έρευνα του ΙΜΕ ΓΣΕΒΕΕ, το 65,5% των νοικοκυριών δαπάνησε το 2025 περισσότερα για λογαριασμούς σπιτιού σε σχέση με την προηγούμενη χρονιά, ενώ σχεδόν ένα στα τέσσερα καθυστερεί ή αδυνατεί να καλύψει την πληρωμή του ρεύματος.
Παρά τη σχετική αποκλιμάκωση σε σύγκριση με το 2024, τα ποσοστά παραμένουν υψηλά σε ιστορική βάση, επιβεβαιώνοντας ότι η ενεργειακή ακρίβεια εξακολουθεί να λειτουργεί ως βασικός παράγοντας εισοδηματικής πίεσης, περιορίζοντας τη δυνατότητα των νοικοκυριών να ανταποκριθούν σε άλλες βασικές ή ανελαστικές δαπάνες.
Στη φετινή έρευνα της ΓΣΕΒΕΕ καταγράφεται αρνητικό ρεκόρ, καθώς το εισόδημα εξανεμίζεται για περισσότερους και σε όλο και μικρότερο χρονικό διάστημα. Το ποσοστό των νοικοκυριών των οποίων το εισόδημα τελειώνει πριν από το τέλος του μήνα έφτασε στο υψηλότερο διαχρονικά επίπεδο, αυξημένο κατά 2,1 ποσοστιαίες μονάδες σε σύγκριση με την προηγούμενη χρονιά (62,1% έναντι 60,0% το 2024). Στα νοικοκυριά αυτά, το εισόδημα επαρκεί πλέον κατά μέσο όρο για μόλις 18 ημέρες, έναντι 19 ημερών το 2024.
Οι τρεις βασικές κατηγορίες δαπανών στις οποίες συνεχίζουν να κατευθύνονται τα περισσότερα χρήματα των νοικοκυριών είναι οι λογαριασμοί σπιτιού, τα είδη διατροφής και η θέρμανση, ενώ σημαντικό μέρος των δαπανών απορροφούν επίσης η υγεία και τα φάρμακα, καθώς και η μετακίνηση.
Με βάση τα στοιχεία της έρευνας που δημοσιεύτηκε χθες, το 65,5% των νοικοκυριών δαπάνησε το 2025 περισσότερα για λογαριασμούς σπιτιού και το 65,2% περισσότερα για είδη διατροφής σε σχέση με το 2024. Αντίθετα, το 39,3% περιόρισε τις δαπάνες για εξόδους ψυχαγωγίας, όπως εστιατόρια, καφέ και σινεμά, ενώ το 35,2% μείωσε τις δαπάνες για ένδυση και υπόδηση. Παρά τη μείωση που καταγράφεται σε σύγκριση με το 2024 στο ποσοστό των νοικοκυριών που καθυστερούν ή αδυνατούν να καλύψουν την πληρωμή του ρεύματος (23,2% από 28,2%) και της θέρμανσης (20,2% από 22,8%), καθώς και δαπανών για φροντιστήρια, εκπαίδευση ή βρεφονηπιακούς σταθμούς (9,5% από 10,5%), η γενικότερη εικόνα της περιόδου από τον Δεκέμβριο του 2019 έως τον Ιανουάριο του 2025 παραμένει αρνητική, με τα σχετικά ποσοστά να εξακολουθούν να βρίσκονται σε ιδιαίτερα υψηλά επίπεδα.
Σύμφωνα με τους αναλυτές του Ινστιτούτου, τα ευρήματα της φετινής έρευνας επιβεβαιώνουν την καθοριστική επίδραση των αυξήσεων στα τρόφιμα στην οικονομική κατάσταση των νοικοκυριών, έστω και ελαφρώς μειωμένη σε σχέση με το 2024. Το 69,8% των ερωτηθέντων δηλώνει ότι οι αυξήσεις στα είδη διατροφής ήταν εκείνες που τους επηρέασαν περισσότερο, αναγκάζοντάς τους να περιορίσουν άλλες δαπάνες για να ανταπεξέλθουν.
Υψηλό, αν και μειωμένο, παραμένει και το ποσοστό όσων αναφέρουν ως σημαντικότερη επιβάρυνση τις αυξήσεις στην ηλεκτρική ενέργεια (53,8%), στη βενζίνη και το πετρέλαιο κίνησης (17,5%) και στο πετρέλαιο θέρμανσης (13,7%). Χαρακτηριστικό της φετινής έρευνας είναι, τέλος, η αύξηση του ποσοστού όσων εντοπίζουν τη μεγαλύτερη πίεση σε άλλες δαπάνες πέραν των συνήθων, το οποίο ανήλθε στο 9,1% από 3,7% το 2024, εξέλιξη που συνδέεται κυρίως με την άνοδο των ενοικίων, τα οποία το 6,3% των νοικοκυριών κατονομάζει πλέον ως βασική πηγή επιβάρυνσης.






