Η ταχεία ανάπτυξη των Κέντρων Δεδομένων (Data Centres) αποτελεί έναν από τους βασικούς πυλώνες της ψηφιακής οικονομίας και της τεχνητής νοημοσύνης. Παράλληλα, όμως, τα Κέντρα Δεδομένων εξελίσσονται σε σημαντικούς καταναλωτές ηλεκτρικής ενέργειας και παραγωγούς μεγάλων ποσοτήτων αποβαλλόμενης θερμότητας. Σύμφωνα με τον Διεθνή Οργανισμό Ενέργειας, η παγκόσμια κατανάλωση ηλεκτρικής ενέργειας από Κέντρα Δεδομένων αναμένεται να φτάσει έως και τις 1.000 TWh ετησίως μέχρι το 2030, με περίπου το 30-40% αυτής να μετατρέπεται σε θερμότητα χαμηλής θερμοκρασίας.
Σε ευρωπαϊκό επίπεδο, η αποβαλλόμενη θερμότητα από Κέντρα Δεδομένων αναγνωρίζεται πλέον ως στρατηγικός ενεργειακός πόρος. Η Ευρωπαϊκή Επιτροπή, μέσω του REPowerEU και του EU Action Plan for District Heating, προωθεί την ένταξη τοπικών πηγών θερμότητας στα δίκτυα τηλεθέρμανσης ως βασικό εργαλείο για τη μείωση της εξάρτησης από το φυσικό αέριο και την επίτευξη των στόχων απανθρακοποίησης. Ήδη σε πόλεις όπως η Κοπεγχάγη, το Λονδίνο, το Ελσίνκι και το Άμστερνταμ, δεκάδες χιλιάδες κατοικίες θερμαίνονται με θερμότητα που ανακτάται από Κέντρα Δεδομένων.
Η τεχνολογία ανάκτησης θερμότητας θεωρείται πλέον ώριμη. Τα σύγχρονα Κέντρα Δεδομένων υψηλής πυκνότητας, ιδιαίτερα όσα χρησιμοποιούν υδρόψυκτες αρχιτεκτονικές, μπορούν να παρέχουν θερμότητα της τάξης των 35–45°C, η οποία μέσω αντλιών θερμότητας μεγάλης κλίμακας αυξάνεται στα επίπεδα που απαιτούνται για δίκτυα τηλεθέρμανσης. Έργα πολλών δεκάδων μεγαβάτ θερμικής ισχύος λειτουργούν ήδη στην Ευρώπη, όπως το έργο της Meta στην Οντένσε της Δανίας, το οποίο τροφοδοτεί το τοπικό δίκτυο με θερμότητα 70–75°C.
Η οικονομική διάσταση της αξιοποίησης αποβαλλόμενης θερμότητας είναι εξίσου σημαντική. Σε ώριμες εφαρμογές, το Ισοσταθμισμένο Κόστος Θερμότητας (Levelized Cost of Heat / LCOH) από Κέντρα Δεδομένων κυμαίνεται μεταξύ 18 και 35 €/MWh, ενώ ακόμη και σε λιγότερο ευνοϊκές συνθήκες παραμένει κάτω από τα 55 €/MWh. Τα επίπεδα αυτά είναι σημαντικά χαμηλότερα από το κόστος θερμότητας από φυσικό αέριο, το οποίο τα τελευταία χρόνια διαμορφώνεται συνήθως στα 70–80 €/MWh ή και υψηλότερα. Η διαφορά αυτή καθιστά την ανακτημένη θερμότητα ιδιαίτερα ανταγωνιστική και δυνητικά κρίσιμη για τη μείωση της ενεργειακής φτώχειας σε αστικά περιβάλλοντα.
Για την Ελλάδα, η αξιοποίηση της αποβαλλόμενης θερμότητας από Κέντρα Δεδομένων αποκτά ιδιαίτερη σημασία. Η χώρα βρίσκεται σε φάση έντονης προσέλκυσης επενδύσεων σε ψηφιακές υποδομές, κυρίως στην Αττική, ενώ ταυτόχρονα διαθέτει περιορισμένη ανάπτυξη δικτύων τηλεθέρμανσης στις μεγάλες πόλεις. Η συνύπαρξη αυτών των δύο συνθηκών δημιουργεί μια μοναδική ευκαιρία για την ανάπτυξη τοπικών δικτύων χαμηλής θερμοκρασίας (micro-district heating και ambient loops), τα οποία μπορούν να τροφοδοτούν δημόσια κτίρια, σχολεία, νοσοκομεία και συμπαγείς οικιστικές ενότητες.
Για την αξιοποίηση αυτής της ευκαιρίας, προτείνεται μια στρατηγική για την Ελλάδα σε τρεις φάσεις:
- Σε πρώτο στάδιο, η ανάπτυξη πιλοτικών έργων μικρής κλίμακας στην Αττική και τη Θεσσαλονίκη, κοντά σε υφιστάμενα ή υπό ανάπτυξη Κέντρα Δεδομένων, μπορεί να λειτουργήσει ως «ζωντανό εργαστήριο» για να αξιολογηθούν οι τεχνολογικές, οικονομικές και κοινωνικές διαστάσεις του εγχειρήματος.
- Σε δεύτερο στάδιο, η ένταξη Κέντρων Δεδομένων στα υφιστάμενα δίκτυα τηλεθέρμανσης της Δυτικής Μακεδονίας μπορεί να στηρίξει τη μεταλιγνιτική μετάβαση, μειώνοντας τα λειτουργικά κόστη και αυξάνοντας την ανθεκτικότητα των δικτύων.
- Σε τρίτο στάδιο, η κλιμάκωση μέσω υβριδικών συστημάτων αντλιών θερμότητας και ανανεώσιμων πηγών ενέργειας μπορεί να ενσωματώσει πολλαπλές πηγές θερμότητας σε ανοικτά και ευέλικτα δίκτυα.
Ωστόσο, η επιτυχία μιας τέτοιας στρατηγικής προϋποθέτει σαφές θεσμικό και ρυθμιστικό πλαίσιο. Εμπόδια όπως η απουσία τυποποιημένων συμβάσεων αγοράς θερμότητας, η έλλειψη κινήτρων για ανάκτηση θερμότητας από ιδιωτικούς φορείς και η περιορισμένη εμπειρία των δήμων σε έργα τηλεθέρμανσης πρέπει να αντιμετωπιστούν από την πολιτεία. Η ευρωπαϊκή εμπειρία δείχνει ότι η θεσμοθέτηση κανόνων για «ανοικτά δίκτυα θερμότητας», η παροχή στοχευμένων επιδοτήσεων κεφαλαίου και η θέσπιση υποχρεώσεων ή κινήτρων για την ανάκτηση και αξιοποίηση απορριπτόμενης θερμότητας από ενεργοβόρες εγκαταστάσεις διαδραματίζουν καθοριστικό ρόλο.
Συμπερασματικά, η ανάκτηση αποβαλλόμενης θερμότητας από Κέντρα Δεδομένων δεν αποτελεί μια τεχνολογία του μέλλοντος αλλά μια διαθέσιμη και ώριμη λύση με άμεσα οικονομικά και κοινωνικά οφέλη για τις τοπικές κοινότητες. Για την Ελλάδα, μπορεί να λειτουργήσει ως μοχλός ενεργειακής αυτονομίας, απανθρακοποίησης και κοινωνικής συνοχής, εφόσον συνδυαστεί με ολοκληρωμένο στρατηγικό σχεδιασμό, και κατάλληλο πλαίσιο συνεργασίας δημόσιου και ιδιωτικού τομέα. Σε μια περίοδο αυξημένων τιμών ενέργειας και ταχείας ψηφιακής ανάπτυξης, η αξιοποίηση αυτού του «αόρατου» ενεργειακού πόρου συνιστά μια ρεαλιστική και αναγκαία επιλογή πολιτικής.
* Όλο το κείμενο πολιτικής εδώ






