Στόχος των νέων διατάξεων είναι να περιοριστούν οι πρακτικές «greenwashing», δηλαδή οι περιπτώσεις όπου επιχειρήσεις παρουσιάζουν προϊόντα, υπηρεσίες ή ακόμη και ολόκληρη τη δραστηριότητά τους ως περισσότερο φιλικά προς το περιβάλλον από ό,τι πραγματικά είναι.
Για πρώτη φορά εισάγονται αναλυτικοί ορισμοί για τους «περιβαλλοντικούς ισχυρισμούς», τα «σήματα βιωσιμότητας» και τις πληροφορίες που αφορούν την ανθεκτικότητα, την επισκευασιμότητα και τη διάρκεια ζωής των προϊόντων. Παράλληλα, επεκτείνεται ο κατάλογος των εμπορικών πρακτικών που θεωρούνται παραπλανητικές.
Μεταξύ άλλων, απαγορεύεται η χρήση σημάτων βιωσιμότητας που δεν βασίζονται σε αναγνωρισμένα συστήματα πιστοποίησης ή δεν έχουν θεσπιστεί από δημόσιες αρχές. Επίσης, δεν θα επιτρέπονται γενικοί περιβαλλοντικοί ισχυρισμοί, όπως «πράσινο», «οικολογικό», «φιλικό προς το περιβάλλον» ή «βιώσιμο», όταν δεν μπορούν να τεκμηριωθούν με συγκεκριμένα και αναγνωρισμένα στοιχεία. Ειδικότερα, απαγορευονται ως εμπορικές παραπλανητικές πρακτικές μεταξύ άλλων οι εξής:
- - αναγραφή σήματος βιωσιμότητας το οποίο δεν βασίζεται σε σύστημα πιστοποίησης ή δεν έχει καθιερωθεί από δημόσιες αρχές,
- διατύπωση γενικού περιβαλλοντικού ισχυρισμού για τον οποίο ο προμηθευτής δεν είναι σε θέση να αποδείξει αναγνωρισμένες εξαιρετικές περιβαλλοντικές επιδόσεις σχετικές με τον ισχυρισμό,
- διατύπωση περιβαλλοντικού ισχυρισμού για ολόκληρο το προϊόν ή ολόκληρη την επιχείρηση του προμηθευτή, όταν αφορά μόνο συγκεκριμένη πτυχή του προϊόντος ή ειδική δραστηριότητα της επιχείρησης του προμηθευτή,
- ισχυρισμοί, οι οποίοι βασίζονται στην αντιστάθμιση των εκπομπών αερίων του θερμοκηπίου, σύμφωνα με τους οποίους ένα προϊόν έχει ουδέτερο, μειωμένο ή θετικό αντίκτυπο στο περιβάλλον όσον αφορά τις εκπομπές αερίων του θερμοκηπίου. Με τον τρόπο αυτό μπαίνουν στο στόχαστρο ισχυρισμοί περί «κλιματικής ουδετερότητας» ή «μηδενικού περιβαλλοντικού αποτυπώματος», όταν αυτοί βασίζονται αποκλειστικά σε μηχανισμούς αντιστάθμισης εκπομπών αερίων του θερμοκηπίου.
Παράλληλα, απαγορεύεται μια επιχείρηση να προβάλλει ως περιβαλλοντικό πλεονέκτημα χαρακτηριστικά που ήδη επιβάλλονται από τη νομοθεσία για όλα τα προϊόντα της συγκεκριμένης κατηγορίας.
Ιδιαίτερη έμφαση δίνεται και στην ενημέρωση για τη διάρκεια ζωής των προϊόντων. Οι επιχειρήσεις δεν θα μπορούν να διατυπώνουν ανακριβείς ισχυρισμούς σχετικά με την ανθεκτικότητα ή τη δυνατότητα επισκευής ενός προϊόντος, ούτε να αποκρύπτουν πληροφορίες για χαρακτηριστικά που περιορίζουν τη διάρκεια χρήσης του.
Μακροπρόσθεσμος στόχος είναι η διαμόρφωση καταναλωτικής κουλτούρας που θα στηρίζει την κυκλική οικονομία και θα συμβάλλει στη μείωση του περιβαλλοντικού αποτυπώματος. Η ημερομηνία εφαρμογής αυτής της οδηγίας είναι η 27η Σεπτεμβρίου 2026.
Την ίδια ώρα η οδηγία 2024/1799 στοχεύει στην ενίσχυση του δικαιώματος των καταναλωτών να επισκευάζουν τα προϊόντα τους αντί να προβαίνουν σε πρόωρη αντικατάσταση, με σκοπό των περιορισμό των αποβλήτων και της υπερκατανάλωσης. Θεσμοθετείται το “δικαίωμα στην επισκευή”. Ο πωλητής έχει την υποχρέωση να ενημερώνει τον καταναλωτή για το δικαίωμά του να επιλέξει μεταξύ επισκευής και αντικατάστασης, καθώς και για την παράταση της περιόδου παραγραφής.
Οι κατηγορίες των προϊόντων, σύμφωνα και με την οδηγία, είναι οι εξής: οικιακές συσκευές πλυσίματος ρούχων, οικιακά πλυντήρια πιάτων, ψυκτικές συσκευές, οικιακά στεγνωτήρια ρούχων, οθόνες και τηλεοράσεις, ηλεκτρικές σκούπες, servers και προϊόντα αποθήκευσης δεδομένων, κινητά τηλέφωνα, ασύρματα τηλέφωνα και υπολογιστές - tablets, εξοπλισμός συγκόλλησης.





