Η απάντηση της κυβέρνησης ήρθε από τον υφυπουργό Περιβάλλοντος και Ενέργειας Νίκο Τσάφο, ο οποίος απορρίπτει τη βασική οικονομική λογική της πρότασης, υποστηρίζοντας ότι «η φθηνή ενέργεια δεν νομοθετείται».
Στην αιτιολογική έκθεση της τροπολογίας, ο Πάρις Κουκουλόπουλος ανεβάζει μάλιστα στο 1 δισ. ευρώ τουλάχιστον το όφελος για το εμπορικό ισοζύγιο από την αξιοποίηση του εγχώριου λιγνίτη εκτός Χρηματιστηρίου Ενέργειας, μέσω της αντίστοιχης μείωσης των εισαγωγών φυσικού αερίου. Υποστηρίζει παράλληλα ότι η λειτουργία των λιγνιτικών μονάδων εκτός των χρηματιστηριακών μηχανισμών μπορεί να συμπιέσει το κόστος ηλεκτροπαραγωγής και να περιορίσει την έκθεση της χώρας στις διεθνείς διακυμάνσεις των τιμών του φυσικού αερίου.
Η κυβερνητική πλευρά αμφισβητεί ακριβώς αυτή την εξίσωση. Ο Νίκος Τσάφος αντιπαραθέτει το πραγματικό κόστος της λιγνιτικής παραγωγής, το οποίο, σύμφωνα με τα στοιχεία που επικαλείται και με τα σημερινά κόστη των δικαιωμάτων εκπομπών CO₂, φθάνει περίπου στα 200 ευρώ/MWh στον Άγιο Δημήτριο και στα 130 ευρώ/MWh στην Πτολεμαΐδα V. Το ερώτημα που θέτει είναι ποιος θα επιβαρυνθεί με το πρόσθετο κόστος όταν οι μονάδες θα βρίσκονται εκτός αγοράς και θα αποζημιώνονται βάσει του κόστους παραγωγής τους.
Τι αλλάζει με την τροπολογία
Στον πυρήνα της πρότασης βρίσκεται αφενός η ανατροπή του σημερινού χρονοδιαγράμματος απολιγνιτοποίησης και αφετέρου η δημιουργία ενός διαφορετικού καθεστώτος λειτουργίας για τις συγκεκριμένες λιγνιτικές μονάδες.
Η τροπολογία προβλέπει ότι οι μονάδες III και IV του ΑΗΣ Αγίου Δημητρίου δεν θα μπορούν να παύσουν τη λειτουργία τους πριν από την 1η Ιανουαρίου 2030, η μονάδα V πριν από την 1η Ιανουαρίου 2040 και η Πτολεμαΐδα V πριν από την 1η Ιανουαρίου 2050. Παράλληλα, συνδέει την παύση της λιγνιτικής παραγωγής με την έναρξη παραγωγικής εκμετάλλευσης υδρογονανθράκων σε ελληνικές θαλάσσιες περιοχές.
Το κρίσιμο στοιχείο, ωστόσο, βρίσκεται στον τρόπο λειτουργίας των μονάδων. Η πρόταση προβλέπει την εξαίρεσή τους από τις χρηματιστηριακές αγορές ενέργειας και την κατά προτεραιότητα ένταξή τους στο ηλεκτρικό σύστημα, βάσει της διαθέσιμης ισχύος τους. Η αποζημίωσή τους δεν θα συνδέεται με τις τιμές εκκαθάρισης της Αγοράς Επόμενης Ημέρας, αλλά θα πραγματοποιείται εκτός αγοράς, βάσει του πραγματικού λειτουργικού και μεταβλητού κόστους.
Με τη ρύθμιση αυτή, ο Κουκουλόπουλος επιχειρεί να αποσυνδέσει τη λιγνιτική παραγωγή από τον μηχανισμό οριακής τιμολόγησης και να διατηρήσει στο σύστημα εγχώρια παραγωγή βάσης, υποστηρίζοντας ότι με αυτόν τον τρόπο περιορίζονται τόσο η εξάρτηση από το εισαγόμενο φυσικό αέριο όσο και οι επιπτώσεις των υψηλών τιμών του στην αγορά ηλεκτρισμού.
Ο Νίκος Τσάφος αμφισβητεί ότι η αλλαγή του μηχανισμού αποζημίωσης μπορεί να καταστήσει τον λιγνίτη φθηνή πηγή ηλεκτροπαραγωγής. «Η φθηνή ενέργεια δεν είναι κάτι που νομοθετείς με μια τροπολογία», αναφέρει, συνδέοντας την πορεία της απολιγνιτοποίησης με το αυξανόμενο κόστος της λιγνιτικής παραγωγής.
Παράλληλα, απορρίπτει την άποψη ότι η απολιγνιτοποίηση ξεκίνησε το 2019, υποστηρίζοντας ότι η διαδικασία είχε αρχίσει ήδη από το 2005 και ότι έως το 2019 είχαν πραγματοποιηθεί τα δύο τρίτα της συνολικής μείωσης της λιγνιτικής παραγωγής.
Ιδιαίτερη αναφορά κάνει στην Πτολεμαΐδα V. Ο υφυπουργός αναγνωρίζει ότι υπάρχουν συγκυρίες κατά τις οποίες η μονάδα μπορεί να είναι ανταγωνιστική έναντι του φυσικού αερίου, θεωρεί όμως ότι αυτό δεν δικαιολογεί τη νομοθετική δέσμευση για τη λειτουργία της μέχρι το τέλος του 2049.
Κατά την κυβερνητική επιχειρηματολογία, η εξέλιξη των τιμών του φυσικού αερίου και των δικαιωμάτων CO₂, αλλά και η αυξανόμενη διείσδυση των ΑΠΕ και της αποθήκευσης, μπορούν να μεταβάλουν σημαντικά τα δεδομένα του ηλεκτρικού συστήματος τα επόμενα χρόνια.






