Γιάννης Τριήρης: Η ειρήνη δεν χρειάζεται «εμπρηστές»

Γιάννης Τριήρης: Η ειρήνη δεν χρειάζεται «εμπρηστές»
Παρασκευή, 28/08/2026 - 08:09

Σε μια εποχή κατά την οποία ο πόλεμος στην Ουκρανία εξακολουθεί να προκαλεί ανθρώπινες απώλειες και να κρατά ολόκληρη την Ευρώπη σε διαρκή γεωπολιτική ένταση, υπάρχουν στιγμές που η δημοσιογραφία οφείλει να θυμάται κάτι θεμελιώδες: η ενημέρωση δεν είναι διαγωνισμός φόβου.

Οι τελευταίες εξελίξεις γύρω από τη Ρωσία, το ΝΑΤΟ και την αιφνιδιαστική επίσκεψη του διευθυντή της CIA Τζον Ράτκλιφ στη Μόσχα είναι μια τέτοια περίπτωση.

Ο Ντόναλντ Τραμπ δήλωσε, χθες Πέμπτη 27/8,ότι ο Βλαντίμιρ Πούτιν «δεν θα επιτεθεί σε έδαφος του ΝΑΤΟ», υποστηρίζοντας ότι είχε καλές συνομιλίες μαζί του. Παράλληλα, υποβάθμισε τις πληροφορίες σύμφωνα με τις οποίες ο επικεφαλής της CIA μετέβη στη Μόσχα για να προειδοποιήσει τη Ρωσία να μην επιτεθεί σε χώρα της Συμμαχίας.

Το Κρεμλίνο από την πλευρά του απέρριψε τα σχετικά δημοσιεύματα, χαρακτηρίζοντάς τα ουσιαστικά «ιστορίες τρόμου» χωρίς σχέση με την πραγματικότητα.

Την ίδια ώρα, αμερικανικά δημοσιεύματα επιμένουν ότι η επίσκεψη Ράτκλιφ συνδεόταν με αμερικανικές ανησυχίες για πιθανή ρωσική δοκιμή των ορίων του ΝΑΤΟ. Το γεγονός όμως παραμένει διαφορετικό από την ερμηνεία του. Και αυτή η διάκριση είναι εξαιρετικά σημαντική.

Διότι άλλο είναι να γράφεις ότι υπάρχουν πληροφορίες για μια πιθανή απειλή και άλλο να δημιουργείς στον αναγνώστη την εντύπωση ότι μια ρωσική επίθεση στο ΝΑΤΟ είναι προ των πυλών.

Εδώ βρίσκεται η μεγάλη ευθύνη των μέσων ενημέρωσης.

Σε θέματα που αφορούν τον πόλεμο και την ειρήνη, η δημοσιογραφία χρειάζεται περισσότερη ψυχραιμία, όχι λιγότερη. Χρειάζεται ακρίβεια, όχι υπερβολή. Χρειάζεται διασταύρωση, όχι αναπαραγωγή διαρροών ως βεβαιοτήτων.

Δεν υποστηρίζει κανείς ότι πρέπει να αποκρύπτονται οι πληροφορίες για τις στρατιωτικές κινήσεις της Ρωσίας ή για τις ανησυχίες των δυτικών υπηρεσιών πληροφοριών. Το αντίθετο. Ο πολίτης έχει δικαίωμα να γνωρίζει.

Έχει όμως επίσης δικαίωμα να γνωρίζει τι είναι γεγονός, τι είναι εκτίμηση και τι είναι σενάριο.

Και αυτό γίνεται ακόμη πιο σημαντικό σήμερα, όταν η ένταση μεταξύ Μόσχας και ευρωπαϊκών πρωτευουσών αυξάνεται.

Η Βρετανία και η Γαλλία έχουν επιλέξει να ενισχύσουν στρατιωτικά την Ουκρανία. Η Βρετανία ανακοίνωσε πρόσφατα ότι θα διαθέσει στο Κίεβο τεχνολογία για την παραγωγή πυραύλων Storm Shadow, ενώ ο Εμανουέλ Μακρόν έχει ταχθεί υπέρ της ενίσχυσης της ουκρανικής αεράμυνας.

Χθες, μάλιστα, η Μόσχα προχώρησε σε νέες απειλές εναντίον βρετανικών και γαλλικών στόχων, υποστηρίζοντας ότι Λονδίνο και Παρίσι «παίζουν με τη φωτιά».

Αυτό ακριβώς είναι το σημείο στο οποίο πρέπει να σταματήσει η λογική της διαρκούς κλιμάκωσης.

Δεν μπορεί κάθε νέα στρατιωτική βοήθεια να απαντάται με νέα όπλα. Δεν μπορεί κάθε ρωσική απειλή να οδηγεί αυτομάτως σε μεγαλύτερη στρατιωτική εμπλοκή. Και δεν μπορεί κάθε τέτοιος κύκλος να παρουσιάζεται σαν να είναι η μόνη δυνατή εξέλιξη.

Γιατί υπάρχει και ένας άλλος δρόμος.

Η διπλωματία.

Μπορεί να ακούγεται σήμερα αφελές να μιλά κανείς για διαπραγματεύσεις όταν οι στρατοί εξακολουθούν να πολεμούν. Στην πραγματικότητα, όμως, ακριβώς τότε χρειάζεται περισσότερο η διπλωματία.

Όχι όταν όλα έχουν τελειώσει.

Πριν τελειώσουν.

Η αποτροπή μπορεί να θεωρείται αναγκαία από τις κυβερνήσεις. Η στρατιωτική βοήθεια μπορεί να θεωρείται αναγκαία για την άμυνα μιας χώρας. Όμως τίποτα από αυτά δεν πρέπει να μετατρέπεται σε άρνηση της ανάγκης για διπλωματική λύση.

Και εδώ τα μέσα ενημέρωσης έχουν έναν ρόλο που συχνά ξεχνούν.

Δεν είναι υποχρεωμένα να λειτουργούν ως γραφεία Τύπου κανενός στρατοπέδου. Δεν είναι ούτε εκπρόσωποι της Μόσχας ούτε του Κιέβου, ούτε της Ουάσιγκτον ούτε του Λονδίνου.

Ο ρόλος τους είναι να ενημερώνουν την κοινωνία και, κυρίως σε περιόδους κρίσης, να βοηθούν τον πολίτη να καταλάβει την πραγματικότητα χωρίς να τον παρασύρουν στον πανικό.

Σε αυτή τη συγκυρία, το ζητούμενο δεν είναι ποιος θα πλειοδοτήσει σε απειλές, ποιος θα προβλέψει την επόμενη σύγκρουση ή ποιος θα παρουσιάσει τον κόσμο ένα βήμα πριν από την καταστροφή. Το ζητούμενο είναι ποιος θα μπορέσει να δημιουργήσει τις προϋποθέσεις για να σταματήσει ο πόλεμος.

Η Ευρώπη έχει ανάγκη από ηγέτες που θα μιλούν περισσότερο για ειρήνη και λιγότερο για κλιμάκωση. Από κυβερνήσεις που θα αξιοποιούν κάθε διαθέσιμο δίαυλο επικοινωνίας και όχι μόνο τη στρατιωτική ισχύ. Και από μέσα ενημέρωσης που θα ενημερώνουν υπεύθυνα, χωρίς να μετατρέπουν κάθε πληροφορία, κάθε διαρροή και κάθε απειλή σε προαναγγελία μιας νέας καταστροφής.

Γιατί η πραγματική δύναμη της διπλωματίας φαίνεται ακριβώς όταν οι σχέσεις έχουν φτάσει στο χειρότερο σημείο. Εκεί όπου η επικοινωνία μοιάζει αδύνατη, είναι που γίνεται απολύτως αναγκαία.

Ο πόλεμος έχει ήδη κοστίσει αρκετά. Δεν χρειάζεται να του προσθέσουμε και την πολιτική και δημοσιογραφική ανευθυνότητα. Αυτό που χρειάζεται τώρα είναι λιγότερη πολεμική ρητορική, περισσότερη ψυχραιμία και, πάνω απ’ όλα, μια επίμονη προσπάθεια να βρεθεί ο δρόμος προς τη διαπραγμάτευση.

Γιατί στο τέλος, όσο ισχυρά κι αν είναι τα όπλα, καμία στρατιωτική λύση δεν μπορεί να αντικαταστήσει την πολιτική λύση που κάποια στιγμή θα χρειαστεί να δώσει τέλος στον πόλεμο.