Με έναν επικοινωνιακό τόνο που βαφτίζει την αποτυχία της εισοδηματικής πολιτικής ως «κοινωνική ευαισθησία», ο Κυριάκος Μητσοτάκης παρουσίασε ένα νέο πακέτο οκτώ μέτρων στήριξης ύψους 500 εκατ. ευρώ. Όμως, πίσω από τους πανηγυρισμούς για τα «ρεκόρ» των πλεονασμάτων και τις «ενισχύσεις» στους αδύναμους, κρύβεται μια ζοφερή πραγματικότητα. Η Ελλάδα του 2026 διοικείται με όρους προπαγάνδας και επιδοματικής εξάρτησης, την ώρα που το διαθέσιμο εισόδημα των Ελλήνων έχει κατρακυλήσει στον πάτο της Ευρωπαϊκής Ένωσης.
Ο Πρωθυπουργός υπερηφανεύεται ότι «όσο η οικονομία πηγαίνει καλύτερα, το πλεόνασμα θα επιστρέφει στους πολίτες». Πρόκειται για έναν οικονομικό παραλογισμό που θα έκανε κάθε πρωτοετή φοιτητή οικονομικών να απορεί. Αυτά τα «υπερπλεονάσματα» –μαμούθ (4,9% του ΑΕΠ ή 12,1 δισ. ευρώ το 2025) δεν είναι προϊόν ανάπτυξης, αλλά προϊόν μιας άγριας φορολογικής αφαίμαξης.
Το κράτος εισπράττει δισεκατομμύρια μέσω του ΦΠΑ –ο οποίος διογκώνεται λόγω της ακρίβειας– και μέσω της άρνησης της κυβέρνησης να τιμαριθμοποιήσει τη φορολογική κλίμακα. Με απλά λόγια, η κυβέρνηση αφήνει τον πληθωρισμό να ροκανίζει την αγοραστική δύναμη, μαζεύει «ζεστό χρήμα» στα ταμεία και μετά επιστρέφει ένα μικρό κλάσμα αυτών των χρημάτων ως «επιδόματα» και «pass». Αυτή η κυκλική διαδικασία δεν είναι οικονομική πολιτική, είναι αναδιανομή της φτώχειας.
‘Άλλωστε το γεγονός ότι η Ελλάδα προσφάτως βρέθηκε από την προτελευταία στην τελευταία θέση των 27 της ΕΕ σε πραγματικό διαθέσιμο εισόδημα, δείχνει το πρόβλημα με τον πλέον ξεκάθαρο τρόπο.
Την ίδια στιγμή, η κυβέρνηση επιδεικνύει και μια περίεργη ανοχή στα υπερκέρδη των τραπεζών, που μοιράζουν μερίσματα σχεδόν τριών δισεκατομμυρίων ευρώ σε ξένους μετόχους με τον χαμηλότερο φορολογικό συντελεστή στην Ευρώπη (5%), ενώ ο Έλληνας πολίτης καλείται να επιβιώσει με τα 150 ευρώ «ανά παιδί» που υποσχέθηκε ο Πρωθυπουργός.
Αν η κυβέρνηση ήθελε πραγματικά να στηρίξει την κοινωνία και όχι την εκλογική της πελατεία, οι λύσεις είναι γνωστές:
-Μόνιμη μείωση ή κατάργηση του ΦΠΑ σε βασικά αγαθά και του ΕΦΚ στα καύσιμα για να αναπνεύσει η αγορά.
-Γενναία ενίσχυση των μισθών με μόνιμο χαρακτήρα, για να αντισταθμιστεί η μόνιμη πλέον απώλεια της αγοραστικής δύναμης.
-Πραγματική πάταξη της φοροδιαφυγής, αντί για τη σημερινή σιωπηρή αποδοχή της ως «κοινωνική βαλβίδα εκτόνωσης» για την εξασφάλιση ψήφων.
Η κυβέρνηση Μητσοτάκη επιλέγει να διατηρεί την οικονομία σε μια κατάσταση ελεγχόμενης ασφυξίας, προσφέροντας κατά καιρούς «μπουκάλες οξυγόνου» με τη μορφή επιδομάτων. Όσο όμως το δομικό πρόβλημα του εισοδήματος παραμένει άλυτο, ο «πολιτικός κύκλος των δώρων» θα οδηγεί μαθηματικά σε μια κοινωνία χαμηλών προσδοκιών και μόνιμης φτώχειας.





