Στην Αθήνα, η κατάσταση έχει ξεπεράσει κάθε όριο λογικής, καθώς είναι πλέον σχεδόν αδύνατο να βρει κανείς αξιοπρεπές διαμέρισμα με ενοίκιο χαμηλότερο από 10 ευρώ ανά τ.μ., ακόμη και στις θεωρούμενες μη προνομιούχες περιοχές. Αυτό σημαίνει πως για ένα τυπικό σπίτι 80 τ.μ., μια οικογένεια καλείται να δαπανήσει τουλάχιστον 800 ευρώ – ποσό που συχνά αγγίζει ή και ξεπερνά τον έναν από τους δύο βασικούς μισθούς του νοικοκυριού.
Αυτή η στεγαστική ασφυξία γίνεται ακόμη πιο αντιληπτή αν συγκρίνουμε την αγοραστική μας δύναμη με την υπόλοιπη Ευρώπη. Στη Γερμανία, για παράδειγμα , η αγοραστική δύναμη των πολιτών είναι σχεδόν 90% πάνω από τη δική μας. Κι όμως, εκεί μόνο ένας στους δέκα δαπανά πάνω από το 40% του εισοδήματός του για στέγαση. Εδώ, το ποσοστό αυτό ξεπερνά το 30%. Και αυτό δεν οφείλεται μόνος στο γεγονός ότι στη Γερμανία οι μισθοί είναι κατά πολύ υψηλότεροι, αλλά στο ότι εφαρμόζονται προστατευτικοί ρυθμιστικοί κανόνες που συμβάλλουν στην συγκράτηση υπερβολικών αυξήσεων στα ενοίκια.
Και οι κανόνες αυτοί απορρέουν από το γερμανικό μοντέλο του Mietpreisbremse, το λεγόμενο «Φρένο Ενοικίων». Ο μηχανισμός αυτός, που ισχύει από το 2015 και παρατάθηκε έως το 2029, προβλέπει ότι σε περιοχές με μεγάλη ζήτηση, το ενοίκιο μιας νέας μίσθωσης δεν μπορεί να υπερβαίνει κατά περισσότερο από 10% το «τοπικό συγκριτικό ενοίκιο» (Mietspiegel), έναν επίσημο δείκτη που εκδίδει ο κάθε δήμος βάσει της παλαιότητας και των παροχών του ακινήτου. Επιπλέον, τίθεται και αυστηρό πλαφόν και στις αυτόματες αυξήσεις που βασίζονται στον πληθωρισμό, προστατεύοντας τα νοικοκυριά από απότομες εκτινάξεις του κόστους ζωής και την επίδραση τους στα ενοίκια.
Η μεταφορά αυτής της εμπειρίας στα καθ’ ημάς δεν είναι μόνο εφικτή, αλλά επιβεβλημένη για μια ουσιαστική και όχι επικοινωνιακή προσπάθεια αντιμετώπισης του στεγαστικού προβλήματος.
Μια κοινωνική στεγαστική πολιτική για την Ελλάδα θα έπρεπε να ξεκινά από τη δημιουργία ενός «Παρατηρητηρίου Τιμών Κατοικίας» που θα θέτει αντικειμενικά όρια, σταματώντας τις υπερβολικές έως και κερδοσκοπικές απαιτήσεις στις πλατφόρμες αγγελιών. Παράλληλα, απαιτείται η κήρυξη «στεγαστικά κορεσμένων περιοχών» με επιβολή πλαφόν και βέβαια ακόμη πιο δραστικός περιορισμός της βραχυχρόνιας μίσθωσης (Airbnb) .
Η λύση δεν βρίσκεται στις επιδοματικές πολιτικές που ανακυκλώνουν το πρόβλημα, αλλά στην αξιοποίηση του αποθέματος ακινήτων του Δημοσίου για τη δημιουργία ενός ισχυρού δικτύου Κοινωνικής Κατοικίας. Αν δεν παρέμβουμε τώρα με ρυθμιστικά εργαλεία, η Αθήνα και πολλές ακόμη πόλεις κινδυνεύουν να μετατραπούν σε «θύλακες» γηγενών αστέγων.
Το γερμανικό μοντέλο δείχνει ότι υπάρχει και άλλος δρόμος, που η κυβέρνηση θα πρέπει να δει, αν έχει την πολιτική βούληση να προστατεύσει την κοινωνική πλειοψηφία από την μάστιγα της στεγαστικής ακρίβειας.
ΥΓ. Όσον αφορά τα «μέτρα» που ανακοίνωσε η κυβέρνηση για τα καύσιμα και τα είδη σούπερ μάρκετ, η ίδια τα λάνσαρε ως «μέτρα κατά της αισχροκέρδειας». Με την ακρίβεια, όμως, τι γίνεται;






