Γιάννης Τριήρης: Ο πόλεμος ως νέα «κανονικότητα»

Γιάννης Τριήρης: Ο πόλεμος ως νέα «κανονικότητα»
Τρίτη, 17/03/2026 - 08:12

Ίσως το πιο ανησυχητικό στοιχείο των τελευταίων εξελίξεων δεν είναι μόνο η ένταση των συγκρούσεων, αλλά το γεγονός ότι ο κόσμος αρχίζει να τις αντιμετωπίζει ως κάτι σχεδόν αναμενόμενο.

Οι διαδοχικές κρίσεις, από την Ουκρανία μέχρι τη Μέση Ανατολή, διαμορφώνουν μια νέα πραγματικότητα όπου ο πόλεμος τείνει να γίνει μόνιμο στοιχείο της διεθνούς πολιτικής. Μια νέα, επικίνδυνη «κανονικότητα».

Σε αυτή τη νέα κατάσταση, η στάση της Ευρωπαϊκής Ένωσης προκαλεί εύλογη απογοήτευση. Παρά το γεγονός ότι οι συγκρούσεις αυτές επηρεάζουν άμεσα την ευρωπαϊκή ασφάλεια, την οικονομία και την ενεργειακή σταθερότητα της ηπείρου, η Ευρώπη εξακολουθεί να εμφανίζεται χωρίς σαφή στρατηγική.

Στον πόλεμο της Ουκρανίας περιορίστηκε στο να ακολουθεί τις ΗΠΑ στις οικονομικές κυρώσεις κατά της Ρωσίας και ακόμη χειρότερο να αναλαμβάνει τεράστιο μέρος του κόστους της στρατιωτικής βοήθειας στο Κίεβο, παρά το γεγονός ότι περιθωριοποιήθηκε από τον Ντόναλντ Τραμπ σε όλες τις διπλωματικές πρωτοβουλίες που θα μπορούσαν να ανοίξουν παράθυρο για αποκλιμάκωση.

Στην περίπτωση της Γάζας και πάλι η ΕΕ έδειξε κατώτερη των περιστάσεων και δεν τόλμησε να πάρει ξεκάθαρη θέση, αρκούμενη σε κάποια μισόλογα κατά του Ισραήλ και της γενοκτονίας που συντελέστηκε.

Σήμερα, μπροστά στην κλιμάκωση της έντασης στη Μέση Ανατολή, η εικόνα παραμένει παρόμοια. Η Ευρώπη μοιάζει απογοητευτικά «μπερδεμένη» περισσότερο με παρατηρητή των εξελίξεων παρά με παράγοντα που μπορεί να τις επηρεάσει.

Την ίδια στιγμή, οι Ηνωμένες Πολιτείες κινούνται με τρόπο που δείχνει ότι οι παλαιότεροι περιορισμοί στη χρήση στρατιωτικής ισχύος έχουν σχεδόν εξαφανιστεί. Η πολιτική του Ντόναλντ Τραμπ έχει συμβάλει στη διαμόρφωση μιας πιο επιθετικής στρατηγικής, όπου οι στρατιωτικές επιλογές επανέρχονται στο προσκήνιο ως βασικό εργαλείο άσκησης πολιτικής.

Η ένταση στη Βενεζουέλα πριν από λίγους μήνες και η σημερινή κρίση στη Μέση Ανατολή δείχνουν μια Ουάσιγκτον που δεν διστάζει να καταπατά το διεθνές δίκαιο κάτω από το «μανδύα» των κινδύνων που απορρέουν από καθεστώτα μη αρεστά στον πλανητάρχη Τραμπ, εξαιτίας των οικονομικών τους επιλογών.

Απέναντι σε αυτή τη στρατηγική δεν βρίσκονται μόνο οι θεωρούμενοι εχθροί των ΗΠΑ, όπως η Βενεζουέλα και το Ιράν, αλλά και οι Δυτικοί σύμμαχοι, που αντιμετωπίζονται είτε επιθετικά είτε ειρωνικά όταν τολμούν έστω και να διαπραγματεύονται τον τρόπο στήριξης τους προς τις ΗΠΑ, όπως συνέβη μόλις χθες μετά την άρνηση της ΕΕ να συμμετάσχει στην στρατιωτική φύλαξη των Στενών του Ορμούζ.

Το κρίσιμο ερώτημα πλέον είναι πώς θα κινηθεί η ευρωπαϊκή διπλωματία απέναντι στον Ντόναλντ Τραμπ για μια πιο πραγματιστική προσέγγιση για το μέλλον της γηραιάς ηπείρου και της αναγκαίας αυτονομίας της, αλλά και της ανάληψης του ρόλου που της αντιστοιχεί στην παγκόσμια γεωπολιτική και οικονομική σκηνή.

Και σε αυτή την προσπάθεια που πρέπει να γίνει από την Ευρώπη, υπάρχει μια θετική συγκυρία . Η πολιτική κατάσταση στις Ηνωμένες Πολιτείες. Ο Ντόναλντ Τραμπ γνωρίζει ότι οι μακροχρόνιες στρατιωτικές εμπλοκές, αλλά και η δημιουργία νέων εχθρών θα μπορούσαν να δημιουργήσουν σοβαρά προβλήματα στο εσωτερικό της χώρας εν όψει και των ενδιάμεσων εκλογών του Νοεμβρίου.

Άλλωστε οι τελευταίες δημοσκοπήσεις δείχνουν ότι μόλις το 27% των Αμερικανών υποστηρίζει μια επίθεση κατά του Ιράν, ενώ περίπου το 45% των ψηφοφόρων του Ρεπουμπλικανικού Κόμματος εμφανίζεται αντίθετο σε μια τέτοια επιλογή. Πρόκειται για ένα στοιχείο που θα μπορούσε να περιορίσει τα περιθώρια μιας παρατεταμένης στρατιωτικής επιχείρησης.

Είναι χρέος της Ευρώπης να παρέμβει δυναμικά ώστε να εκλείψουν όλες οι ενέργειες που συνθέτουν αυτή την εικόνα διεθνούς αστάθειας και μάλιστα χωρίς σαφή προοπτική αποκλιμάκωσης, καθώς οι συγκρούσεις δεν φαίνεται να τελειώνουν, απλώς μετακινούνται από περιοχή σε περιοχή.

Και κάπως έτσι, ο κόσμος αρχίζει να συνηθίζει μια πραγματικότητα που μέχρι πριν λίγα χρόνια θα φαινόταν αδιανόητη. Μια εποχή όπου ο πόλεμος δεν αποτελεί την εξαίρεση, αλλά τείνει να γίνει η νέα «κανονικότητα».