Αυτό προκύπτει από τα ελληνικά ευρήματα της διεθνούς έρευνας Impact Monitor 2025 της SEC Newgate, η οποία πραγματοποιήθηκε σε 20 χώρες με περισσότερους από 20.000 συμμετέχοντες και στην Ελλάδα με δείγμα 1.054 πολιτών.
Ειδικότερα σε ό,τι αφορά τη στάση της κοινής γνώμης απέναντι στην ενεργειακή μετάβαση, η Ελλάδα καταγράφει το χαμηλότερο ποσοστό θετικής αποδοχής μεταξύ των χωρών που συμμετείχαν στην έρευνα. Μόλις το 40% των Ελλήνων δηλώνει θετικό απέναντι στη μετάβαση της ηλεκτροπαραγωγής προς τις Ανανεώσιμες Πηγές Ενέργειας, ενώ το 27% εκφράζει αρνητική στάση. Το ποσοστό αυτό υπολείπεται σημαντικά του παγκόσμιου μέσου όρου, όπου το 64% δηλώνει θετικό απέναντι στην ενεργειακή μετάβαση. Στην ίδια χαμηλή κατηγορία βρίσκονται και άλλες ευρωπαϊκές χώρες, όπως η Πολωνία και η Ολλανδία, που επίσης εμφανίζουν περιορισμένη θετική αποδοχή της μετάβασης. Στον αντίποδα, τις υψηλότερες επιδόσεις καταγράφουν ασιατικές και μεσανατολικές χώρες, όπως η Κίνα, η Ινδία, τα Ηνωμένα Αραβικά Εμιράτα και η Σαουδική Αραβία, όπου η στήριξη στην ενεργειακή μετάβαση είναι συντριπτικά υψηλότερη. Την ίδια στιγμή, η κοινωνία εμφανίζεται διχασμένη ως προς την ταχύτητα υλοποίησης της μετάβασης. Το 42% εκτιμά ότι η στροφή προς τις ανανεώσιμες πηγές ενέργειας προχωρά με πολύ αργούς ρυθμούς, το 25% θεωρεί ότι κινείται πολύ γρήγορα, ενώ το 33% κρίνει ότι η πορεία εξελίσσεται με αποδεκτό ρυθμό.
Παρά τον σκεπτικισμό που καταγράφεται ως προς την πορεία της ενεργειακής μετάβασης, η σημασία της για το μέλλον της χώρας αναγνωρίζεται ευρέως. Το 73% των Ελλήνων θεωρεί ιδιαίτερα σημαντική τη μετάβαση σε καθαρές και Ανανεώσιμες Πηγές ενέργειας, Ενώ το 72% κρίνει ως ιδιαίτερα σημαντική τη λήψη αποφασιστικής δράσης για την αντιμετώπιση της κλιματικής κρίσης. Η ενεργειακή και περιβαλλοντική στρατηγική συνδέεται άμεσα και με την εταιρική φήμη. Το 75% δηλώνει ότι θα έβλεπε πιο θετικά μια επιχείρηση που χρησιμοποιεί ανανεώσιμη ενέργεια, ενώ το 71% θα είχε πιο θετική άποψη για μια εταιρεία που επιδεικνύει σαφή δέσμευση στην περιβαλλοντική βιωσιμότητα. Τα ευρήματα δείχνουν ότι, ανεξάρτητα από τις επιφυλάξεις για τον ρυθμό ή τον τρόπο υλοποίησης της μετάβασης, η πράσινη ενέργεια και η κλιματική δράση αποτελούν πλέον κρίσιμο παράγοντα αξιολόγησης των επιχειρήσεων από την ελληνική κοινωνία.
Την ίδια στιγμή, η πλειονότητα των Ελλήνων εκτιμά ότι οι μεγάλες επιχειρήσεις δεν κινούνται με την απαιτούμενη ένταση στο περιβαλλοντικό πεδίο. Το 53% θεωρεί ότι κάνουν πολύ λίγα στο να τοποθετούνται δημόσια για περιβαλλοντικά ζητήματα, το 52% ότι κάνουν πολύ λίγα στη μείωση των εκπομπών άνθρακα και το 51% ότι δεν επενδύουν επαρκώς στη διαχείριση του περιβαλλοντικού τους αποτυπώματος. Περίπου ένας στους τρεις εκτιμά ότι γίνεται «το σωστό επίπεδο» δράσης, ενώ οι υπόλοιποι δεν διατυπώνουν άποψη.
Η έρευνα αποτυπώνει, ωστόσο, και τα όρια αυτής της απαίτησης. Αν και η πλειονότητα δηλώνει ότι οι επιχειρήσεις πρέπει να προτεραιοποιούν τη μείωση των εκπομπών έναντι της κερδοφορίας (77%) και να τοποθετούνται δημόσια για περιβαλλοντικά ζητήματα ακόμη και αν αυτό τις φέρνει σε σύγκρουση με κυβερνήσεις (85%), η στάση διαφοροποιείται όταν το ζήτημα αγγίζει το κόστος για τους καταναλωτές ή τις αποδοχές των εργαζομένων. Το 53% δηλώνει ότι προτεραιότητα πρέπει να είναι η αύξηση μισθών και παροχών αντί της μείωσης εκπομπών, ενώ το 53% επιλέγει τη διατήρηση χαμηλού κόστους για τους καταναλωτές έναντι της περιβαλλοντικής επιβάρυνσης. Τα ευρήματα καταδεικνύουν ότι η στήριξη στην πράσινη μετάβαση παραμένει ισχυρή σε επίπεδο αρχής, αλλά γίνεται πιο σύνθετη όταν εμπλέκονται ζητήματα οικονομικού κόστους και κοινωνικής αντοχής.





