Παρά το κλίμα ευγένειας και τη ρητορική χαμηλών τόνων που κυριαρχεί στις επίσημες δηλώσεις, η πραγματικότητα παραμένει επικίνδυνα στάσιμη. Παρακολουθούμε μια επανάληψη ενός έργου όπου η αποφυγή της έντασης βαφτίζεται πρόοδος, ενώ στην ουσία τα μεγάλα εθνικά ζητήματα παραμένουν εγκλωβισμένα σε ένα απόλυτο αδιέξοδο, χωρίς κανένα σαφές διαπραγματευτικό κέρδος για την ελληνική πλευρά.
Η επιμονή στη διατήρηση ανοιχτών διαύλων είναι αναμφίβολα αναγκαία, όμως, όταν αυτή δεν συνοδεύεται από την παραμικρή μετακίνηση της Άγκυρας από τις πάγιες αναθεωρητικές της θέσεις, τότε η «στρατηγική ψυχραιμία» κινδυνεύει να μετατραπεί σε παθητική αποδοχή ενός δυσμενούς status quo.
Αυτή η αίσθηση της «λειτουργικής συνύπαρξης» που καλλιεργείται σήμερα στερείται βάθους, καθώς η Τουρκία δείχνει να εργαλειοποιεί την υποτιθέμενη ύφεση στο Αιγαίο για να ανασυνταχθεί και να εστιάσει την προσοχή της σε άλλα μέτωπα της Μέσης Ανατολής, χωρίς να απεμπολεί ούτε στο ελάχιστο το όραμα των διεκδικήσεών της.
Ενώ η Αθήνα προσπαθεί να συνδέσει το εθνικό συμφέρον με την ευρωπαϊκή αλληλεγγύη και τη διεθνή νομιμότητα, η Άγκυρα παραμένει αμετακίνητη, μετατρέποντας τον διάλογο σε μια διαδικασία όπου το κρίσιμο ζήτημα, η οριοθέτηση των θαλασσίων ζωνών, παραμένει «παγωμένο».
Η επίκληση σύγχρονων θεμάτων, όπως η κλιματική αλλαγή και η τεχνολογική συνεργασία, λειτουργεί περισσότερο ως επικοινωνιακό προπέτασμα καπνού παρά ως ουσιαστική γέφυρα, αφού η ουσία της διαφοράς παραμένει άλυτη και η απόσταση που χωρίζει τις δύο πλευρές φαίνεται πλέον αγεφύρωτη.
Το πλέον ανησυχητικό, ωστόσο, είναι ότι αυτή η υποτιθέμενη ηρεμία διαψεύδεται οικτρά από τη σκληρή γλώσσα των αριθμών στο πεδίο.
Τα πρόσφατα στοιχεία του ΓΕΕΘΑ αποκαλύπτουν μια εικόνα που πόρρω απέχει από το ειδυλλιακό κλίμα των συναντήσεων κορυφής.
Το 2025 καταγράφηκε ένα συγκλονιστικό ρεκόρ πενταετίας στις παραβιάσεις των ελληνικών χωρικών υδάτων, με τον αριθμό να προσεγγίζει τις 3.000 περιστατικά, αγγίζοντας τα επίπεδα της κρίσιμης χρονιάς του 2020, γεγονός που αποδεικνύει ότι η Άγκυρα εφαρμόζει μια συνειδητή πολιτική επιλογή δημιουργίας τετελεσμένων.
Η κλιμάκωση είναι ραγδαία και συστηματική, δημιουργώντας μια κατάσταση μόνιμης επιχειρησιακής πίεσης για τις ελληνικές ένοπλες δυνάμεις, την ίδια στιγμή που οι πολιτικές ηγεσίες ανταλλάσσουν φιλοφρονήσεις.
Τελικά, η χθεσινή επίσκεψη του Κυριάκου Μητσοτάκη στην Άγκυρα αναδεικνύει την αυταπάτη μιας διπλωματίας που αρκείται στα δήθεν «ήρεμα νερά» ενώ ο βυθός παραμένει ναρκοθετημένος.
Η στασιμότητα στα κρίσιμα ζητήματα και η ταυτόχρονη ραγδαία αύξηση της προκλητικότητας στο πεδίο των χωρικών υδάτων συνθέτουν ένα σκηνικό όπου η Ελλάδα φαίνεται να προσέρχεται σε έναν διάλογο χαμηλών προσδοκιών, την ώρα που η άλλη πλευρά συνεχίζει τις προκλήσεις επί του πεδίου.
Αν η «ηρεμία» υφίσταται μόνο στα λόγια και όχι στις πράξεις, τότε χθεσινή συνάντηση Μητσοτάκη-Ερντογάν δεν είναι παρά ένας ακόμα σταθμός σε μια πορεία που δεν οδηγεί πουθενά, επιβεβαιώνοντας ότι η ουσιαστική πρόοδος παραμένει μια μακρινή και ίσως ανέφικτη υπόσχεση, όσο η γειτονική χώρα έχει εκτός ατζέντας το διεθνές δίκαιο.





