Νέο Τέλος Ακίνητης Περιουσίας: Σημαντική αύξηση της επιβάρυνσης βλέπουν οι ιδιοκτήτες ακινήτων

Νέο Τέλος Ακίνητης Περιουσίας: Σημαντική αύξηση της επιβάρυνσης βλέπουν οι ιδιοκτήτες ακινήτων
Δευτέρα, 12/01/2026 - 12:08

Οι σχετικές ρυθμίσεις αναμένεται να ανακοινωθούν και να ψηφιστούν εντός του τρέχοντος έτους

Τις επικείμενες αλλαγές στον τρόπο υπολογισμού και είσπραξης του Τέλους Ακίνητης Περιουσίας, το οποίο καταβάλλεται μέσω των λογαριασμών ηλεκτρικού ρεύματος, εξετάζει το οικονομικό επιτελείο της κυβέρνησης εν μέσω αντιδράσεων από την πλευρά των ιδιοκτητών ακινήτων.

Σύμφωνα με τον σχεδιασμό, οι σχετικές ρυθμίσεις αναμένεται να ανακοινωθούν και να ψηφιστούν εντός του τρέχοντος έτους, ώστε να τεθούν σε εφαρμογή από τις αρχές του «εκλογικού» 2027.

Κεντρικός άξονας της μεταρρύθμισης είναι η δημιουργία ενός νέου ενιαίου μηχανισμού, ο οποίος προγραμματίζεται να τεθεί σε ισχύ την 1η Ιανουαρίου 2027 και θα επιφέρει νέες χρεώσεις που θα εισπράττονται αποκλειστικά μέσω του λογαριασμού ηλεκτρικού ρεύματος. Με τον τρόπο αυτό, η φορολογική υποχρέωση συνδέεται άμεσα με την ηλεκτροδότηση του ακινήτου, επιδιώκοντας την απλοποίηση και τον περιορισμό των αποκλίσεων που παρατηρούνται σήμερα.

Στο νέο πλαίσιο, το Τέλος Τοπικής Ανάπτυξης έρχεται να αντικαταστήσει πλήρως τόσο το υφιστάμενο Τέλος Ακίνητης Περιουσίας όσο και τον Φόρο Ηλεκτροδοτούμενων Χώρων.

Μέχρι σήμερα, το ΤΑΠ επιβάλλεται ως ποσοστό επί της αντικειμενικής αξίας του ακινήτου, ενώ ο ΦΗΧ υπολογίζεται με βάση τα τετραγωνικά μέτρα και την παροχή ηλεκτρικού ρεύματος, με αποτέλεσμα να προκύπτουν σημαντικές διαφοροποιήσεις μεταξύ δήμων αλλά και ανάλογα με τη χρήση του ακινήτου. Το διπλό αυτό σύστημα έχει οδηγήσει σε μεγάλες αποκλίσεις στα ποσά που καταβάλλουν οι ιδιοκτήτες, καθώς σε ορισμένες περιπτώσεις οι επιβαρύνσεις είναι ελάχιστες, ενώ σε άλλες ιδιαίτερα αυξημένες.

Το νέο ΤΤΑ συγκεντρώνει όλες τις επιβαρύνσεις σε μία ενιαία χρέωση, με στόχο την εξομοίωση και τη μεγαλύτερη διαφάνεια. Ο συντελεστής του τέλους αναμένεται να κυμαίνεται από 0,8‰ έως 1‰, με τις δημοτικές αρχές να έχουν τον τελικό λόγο στον καθορισμό του, ενώ προβλέπεται δυνατότητα διαφοροποίησης ανά δημοτική κοινότητα. Τα έσοδα θα κατευθύνονται στην κάλυψη του συνόλου των δαπανών των δήμων.

Η προωθούμενη αλλαγή στο σύστημα επιβολής και είσπραξης των δημοτικών τελών παρουσιάζει ορισμένα σαφή θετικά στοιχεία, αλλά συνοδεύεται και από σημαντικές επιφυλάξεις.

Στα θετικά καταγράφεται καταρχάς η απλοποίηση του πλαισίου, καθώς η ενοποίηση του Τέλους Ακίνητης Περιουσίας και του Φόρου Ηλεκτροδοτούμενων Χώρων σε ένα ενιαίο Τέλος Τοπικής Ανάπτυξης καταργεί τη σημερινή πολυπλοκότητα και μειώνει τη σύγχυση που προκαλεί το διπλό σύστημα υπολογισμού. Η σύνδεση του τέλους με τον λογαριασμό ηλεκτρικού ρεύματος ενισχύει τη διαφάνεια και αυξάνει την εισπραξιμότητα, περιορίζοντας τα φαινόμενα φοροδιαφυγής και τις απώλειες εσόδων για τους δήμους, οι οποίοι αποκτούν πιο σταθερή και προβλέψιμη χρηματοδότηση για την κάλυψη των δαπανών τους. Παράλληλα, η δημιουργία ενιαίας ψηφιακής βάσης δεδομένων και οι διασταυρώσεις στοιχείων μπορούν να συμβάλουν στη δικαιότερη κατανομή των βαρών και στη διόρθωση χρόνιων στρεβλώσεων που οφείλονται σε ανακριβείς δηλώσεις.

Από την άλλη πλευρά, τα αρνητικά εστιάζονται κυρίως στο ενδεχόμενο σημαντικής αύξησης της επιβάρυνσης για τους ιδιοκτήτες ακινήτων. Όπως επισημαίνεται από εκπροσώπους της αγοράς, η ενοποίηση των τελών και ο νέος συντελεστής μπορεί να οδηγήσουν σε διπλασιασμό ή ακόμη και τριπλασιασμό των ποσών που καταβάλλονται σήμερα, γεγονός που ενισχύει τον φόβο για έναν νέο «κρυφό» φόρο στην ακίνητη περιουσία. Ιδιαίτερα προβληματική θεωρείται η επιβολή χρεώσεων και στα κενά ή μη ηλεκτροδοτούμενα ακίνητα, καθώς και η αυστηροποίηση του πλαισίου είσπραξης με τη διακοπή ηλεκτροδότησης ως κύρωση, μέτρο που μπορεί να έχει δυσανάλογες συνέπειες σε περιπτώσεις οικονομικής αδυναμίας. Επιπλέον, η επέκταση της παραγραφής των οφειλών έως και δέκα έτη και τα αυξημένα πρόστιμα για αποκλίσεις στα δηλωμένα στοιχεία εντείνουν τον φόβο συσσώρευσης χρεών και διοικητικών βαρών.