Με δεδομένο ότι το κόστος κάθε ερευνητικής γεώτρησης υπολογίζεται κοντά στα 100 εκατ. ευρώ, το συνολικό ύψος των κεφαλαίων που θα μπορούσαν να δεσμευτούν μόνο για τη φάση των γεωτρήσεων προσεγγίζει, στο ανώτατο σενάριο, το 1 δισ. ευρώ. Οι συμφωνίες υπεγράφησαν στο Μέγαρο Μαξίμου παρουσία του πρωθυπουργού Κυριάκου Μητσοτάκη.
Από πλευράς εταιρειών υπέγραψαν ο αντιπρόεδρος της Global New Ventures, θυγατρικής της Chevron, Gavin Lewis, και ο διευθύνων σύμβουλος της HellenIQ Energy Ανδρέας Σιάμισιης, ενώ το Ελληνικό Δημόσιο εκπροσώπησαν ο πρόεδρος της ΕΔΕΥΕΠ Αριστοφάνης Στεφάτος και ο υπουργός Ενέργειας Σταύρος Παπασταύρου.
Η κοινοπραξία αναλαμβάνει τις περιοχές «Νότια της Πελοποννήσου», «Α2», «Νότια Κρήτη I» και «Νότια Κρήτη II». Στο εταιρικό σχήμα, η Chevron κατέχει ποσοστό 70% και τη διαχείριση των έργων, ενώ η HellenIQ Energy συμμετέχει με 30%. Το μοντέλο που ακολουθείται είναι εκείνο των συμβάσεων μίσθωσης, όπως προβλέπεται από το υφιστάμενο θεσμικό πλαίσιο.
Το ερευνητικό πρόγραμμα διαρθρώνεται σε τρεις φάσεις συνολικής διάρκειας επτά ετών, δηλαδή ένα έτος λιγότερο από το μέγιστο που επιτρέπει η νομοθεσία.
Η πρώτη φάση, διάρκειας τριών ετών, περιλαμβάνει δισδιάστατες σεισμικές έρευνες στα τρία από τα τέσσερα οικόπεδα. Στο οικόπεδο «Α2», το οποίο βρίσκεται νότια της Πελοποννήσου, συμφωνήθηκε να πραγματοποιηθούν εξαρχής τρισδιάστατες σεισμικές έρευνες, επιλογή που αναμένεται να επιταχύνει τη γεωλογική αξιολόγηση και να συντομεύσει τον χρόνο λήψης απόφασης για την πρώτη γεώτρηση.
Η δεύτερη φάση, διάρκειας δύο ετών, προβλέπει τη διενέργεια πρόσθετων τρισδιάστατων σεισμικών ερευνών όπου αυτό κριθεί αναγκαίο. Η τρίτη φάση αφορά τις ερευνητικές γεωτρήσεις, οι οποίες θα προχωρήσουν μόνο εφόσον τα αποτελέσματα των προηγούμενων σταδίων αξιολογηθούν ως ενθαρρυντικά. Σε επίπεδο οικονομικών δεσμεύσεων, οι ελάχιστες εγγυημένες δαπάνες της κοινοπραξίας υπερβαίνουν τα 20 εκατ. ευρώ στην πρώτη φάση και τα 24 εκατ. ευρώ στη δεύτερη.
Στην τρίτη φάση, το ελάχιστο ύψος επένδυσης διαμορφώνεται στα 100 εκατ. ευρώ ανά ερευνητική γεώτρηση, στοιχείο που αποτυπώνει τόσο το τεχνικό κόστος όσο και τον υψηλό επενδυτικό κίνδυνο που συνεπάγεται η υπεράκτια έρευνα σε μεγάλα θαλάσσια βάθη. Με βάση το χρονοδιάγραμμα που αποτυπώνεται στις συμβάσεις, εφόσον οι σεισμικές έρευνες και οι ερευνητικές γεωτρήσεις οδηγήσουν σε εντοπισμό εμπορικά αξιοποιήσιμου κοιτάσματος και ληφθεί επενδυτική απόφαση ανάπτυξης, η έναρξη παραγωγής τοποθετείται χρονικά στην περίοδο 2032–2035.
Σε περίπτωση εντοπισμού ικανού κοιτάσματος και μετάβασης στο στάδιο παραγωγής, το συνολικό όφελος για το Ελληνικό Δημόσιο εκτιμάται στο 38%–41% επί των καθαρών κερδών της κοινοπραξίας. Το ποσοστό αυτό προκύπτει από τον συνδυασμό μισθωμάτων σε περίπτωση παραγωγής, φόρου εισοδήματος 20%, περιφερειακού φόρου, δηλαδή για τις τοπικές κοινωνίες 5%, καθώς και των προβλεπόμενων μπόνους υπογραφής και παραγωγής, των ετήσιων στρεμματικών αποζημιώσεων και λοιπών συμβατικών υποχρεώσεων.
Παράλληλα, με την προσθήκη των νέων παραχωρήσεων, η συνολική έκταση της ελληνικής επικράτειας όπου έχουν πραγματοποιηθεί ή προγραμματίζονται έρευνες για υδρογονάνθρακες αυξάνεται από 47.905 σε 94.094 τετραγωνικά χιλιόμετρα. Η διεύρυνση αυτή σχεδόν διπλασιάζει το γεωγραφικό αποτύπωμα του εθνικού προγράμματος και ενισχύει τις πιθανότητες εντοπισμού εμπορικά εκμεταλλεύσιμων κοιτασμάτων.
Στο ίδιο ευρύτερο χρονοδιάγραμμα, έως τα τέλη του 2026 ή στις αρχές του 2027 αναμένεται να πραγματοποιηθεί και η πρώτη ερευνητική γεώτρηση στη χώρα μετά από περίπου τέσσερις δεκαετίες από την ExxonMobil στο Οικόπεδο 2 στο Ιόνιο Πέλαγος, εξέλιξη που σηματοδοτεί την επανεκκίνηση των υπεράκτιων ερευνών σε πιο συστηματική βάση.





