ΣΥΡΙΖΑ-ΠΣ: Επικοινωνιακός θόρυβος σε υδρογονάνθρακες και LNG Χωρίς εθνικό σχέδιο, με νέες εξαρτήσεις

ΣΥΡΙΖΑ-ΠΣ: Επικοινωνιακός θόρυβος σε υδρογονάνθρακες και LNG Χωρίς εθνικό σχέδιο, με νέες εξαρτήσεις
Τρίτη, 17/02/2026 - 08:42

Η υπογραφή των συμφωνιών έρευνας και πιθανής εκμετάλλευσης υδρογονανθράκων μεταξύ του Ελληνικού Δημοσίου και της κοινοπραξίας ChevronHelleniQ Energy για τις θαλάσσιες περιοχές νότια της Πελοποννήσου και της Κρήτης συνοδεύτηκε από έναν ακόμη ορυμαγδό επικοινωνιακών πανηγυρισμών της κυβέρνησης της Νέας Δημοκρατίας.

Η κυβέρνηση επιχειρεί να παρουσιάσει τη σημερινή εξέλιξη ως ιστορικό ορόσημο για την ενεργειακή ασφάλεια και τη γεωπολιτική αναβάθμιση της χώρας. Ωστόσο, η ενεργειακή πολιτική δεν μπορεί να ασκείται με όρους εντυπώσεων, αλλά με θεσμική σοβαρότητα, στρατηγικό σχεδιασμό και διασφάλιση του δημόσιου συμφέροντος.

Πρόκειται για την ίδια κυβέρνηση που στο παρελθόν διακήρυσσε ότι «δεν θα κάνουμε το Αιγαίο Κόλπο του Μεξικού» και ότι «μας ενδιαφέρει το φυσικό αέριο και όχι το πετρέλαιο». Πρόκειται επίσης για την ίδια κυβέρνηση που επί επτά χρόνια δεν προχώρησε ουσιαστικά καμία από τις ώριμες παραχωρήσεις που είχαν υπογραφεί το 2019 από την κυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ με την ExxonMobil και την τότε Total, συμβάσεις που είχαν διασφαλίσει τη δημόσια παρουσία και τον έλεγχο μέσω των ΕΛΠΕ. Η μακρά περίοδος αδράνειας από το 2019 έως σήμερα αποδεικνύει ότι η σημερινή τελετή δεν μπορεί να υποκαταστήσει την έλλειψη ουσιαστικής προετοιμασίας και συνεκτικού εθνικού σχεδίου.

Η έρευνα και πιθανή εξόρυξη υδρογονανθράκων τέτοιου μεγέθους απαιτεί ενίσχυση των αρμόδιων δημόσιων υπηρεσιών, τεχνική και ρυθμιστική επάρκεια, σαφείς όρους δημόσιου ελέγχου και πλήρη διαφάνεια. Τίποτε από αυτά δεν έχει ουσιαστικά ενισχυθεί τα τελευταία χρόνια. Αντιθέτως, η μείωση της συμμετοχής του Δημοσίου στο «οικόπεδο 2» στο Ιόνιο από 25% σε 10%, χωρίς εμφανές αντάλλαγμα, γεννά εύλογα ερωτήματα για το κατά πόσο διασφαλίστηκε επαρκώς το δημόσιο συμφέρον.

Και τέλος, η ίδια κυβέρνηση που με τις διακηρύξεις περί «Κάθετου Διαδρόμου» φιλοδοξεί να παρουσιάσει τη χώρα ως ενεργειακό κόμβο, επιλέγει μια στρατηγική που κινδυνεύει να δημιουργήσει νέες εξαρτήσεις αντί να ενισχύσει την ενεργειακή αυτονομία. Η εμπλοκή της δημόσιας ΔΕΠΑ Εμπορίας σε κοινοπραξίες όπως η Atlantic–SEE, με συμμετοχή ιδιωτών και συμβατικές δεσμεύσεις με την αμερικανική εταιρεία Venture Global, εγείρει εύλογα ερωτήματα ως προς την οικονομική βιωσιμότητα των συμφωνιών, την κατανομή του ρίσκου και τη διασφάλιση του δημόσιου συμφέροντος. Σε ένα διεθνές περιβάλλον όπου η αγορά LNG χαρακτηρίζεται από υψηλή μεταβλητότητα τιμών και αβεβαιότητα ζήτησης, η χώρα δεν μπορεί να αναλαμβάνει μακροχρόνιες δεσμεύσεις χωρίς πλήρη διαφάνεια, σαφή στρατηγικό σχεδιασμό και ουσιαστικό κοινοβουλευτικό έλεγχο.

Παράλληλα, παρατηρείται αυξανόμενη πίεση για επιδοτήσεις νέων μονάδων επαναεριοποίησης (FSRU) με εθνικούς πόρους. Οι δημόσιοι πόροι δεν μπορούν να λειτουργούν ως εγγύηση ιδιωτικού επιχειρηματικού ρίσκου. Οφείλουν κατά προτεραιότητα να κατευθύνονται στη χρηματοδότηση της ενεργειακής μετάβασης, στην αποθήκευση ενέργειας, στην ενίσχυση των Ενεργειακών Κοινοτήτων και της αυτοπαραγωγής/αυτοκατανάλωσης, δηλαδή σε παρεμβάσεις που μειώνουν άμεσα και διατηρήσιμα το ενεργειακό κόστος για τους πολίτες και τις επιχειρήσεις.

Την ώρα που καλλιεργούνται αφηγήματα περί «ελληνικού Ελντοράντο υδρογοναθράκων» και γεωπολιτικής αναβάθμισης, τα ελληνικά νοικοκυριά και οι επιχειρήσεις συνεχίζουν να δοκιμάζονται από υψηλές τιμές ενέργειας, αυξημένο κόστος πρώτων υλών και ακριβό δανεισμό, λειτουργώντας σε περιβάλλον χαμηλών μισθών και ασφυκτικών συνθηκών ανταγωνισμού. Η ενεργειακή πολιτική οφείλει να υπηρετεί πρώτα την κοινωνική συνοχή, τη μείωση του κόστους για τους πολίτες και την ενίσχυση της παραγωγικής βάσης της χώρας.

Ο ΣΥΡΙΖΑ ΠΣ δεν αντιμετωπίζει ιδεοληπτικά την αξιοποίηση των φυσικών πόρων της χώρας. Η διερεύνηση υδρογονανθράκων μπορεί να αποτελέσει αντικείμενο εθνικού σχεδιασμού, υπό την προϋπόθεση ότι διασφαλίζεται ο δημόσιος έλεγχος, η διαφάνεια και η ένταξή της σε μια συνολική στρατηγική δίκαιης ενεργειακής μετάβασης. Οι συμβάσεις που υπογράφηκαν θα κριθούν αναλυτικά όταν κατατεθούν στη Βουλή. Εκεί θα αποδειχθεί αν υπηρετούν πράγματι το εθνικό συμφέρον ή αν αποτελούν ακόμη ένα κεφάλαιο μιας πολιτικής που επενδύει περισσότερο στην εικόνα παρά στη στρατηγική ουσία που έχει ανάγκη η χώρα