Το νέο Πλαίσιο δεν πρέπει να λειτουργήσει ως άλλοθι για τη συνέχιση παλαιών κακών πρακτικών, αλλά ως εργαλείο δίκαιης, συμμετοχικής και περιβαλλοντικά ασφαλούς ανάπτυξης των ΑΠΕ.
Δυστυχώς οι προβλέψεις των μεταβατικών διατάξεων επιτρέπουν σε μεγάλο αριθμό εκκρεμών και περιβαλλοντικά προβληματικών έργων να συνεχίσουν με βάση το παλαιό προβληματικό πλαίσιο.
Τον κίνδυνο αυτό επισημαίνουν περιβαλλοντικές οργανώσεις που συμμετείχαν στη δημόσια διαβούλευση, η οποία έκλεισε την προηγούμενη εβδομάδα.
Το «παράθυρο εξαιρέσεων» από τις προβλέψεις που εισάγει το αναθεωρημένο ΕΧΠ των ΑΠΕ είναι τεράστιο αφού, επιτρέπει σε έργα με ανοιχτή περιβαλλοντική αδειοδότηση έως την 20η Μαΐου 2026 να συνεχίσουν με το παλιό προβληματικό ΕΧΠ, ακόμη κι αν με τους νέους κανόνες θα βρίσκονταν σε περιοχή αποκλεισμού.
Η Ελληνική Ορνιθολογική Εταιρεία αναφέρει ότι μόνο τα εκκρεμή αιολικά έργα που την έχουν απασχολήσει και έχουν σοβαρά περιβαλλοντικά ζητήματα ξεπερνούν τα 5 GW εγκατεστημένης ισχύος, κάτι λιγότερο δηλαδή από τα αιολικά που είναι ήδη εγκατεστημένα.
Ουσιαστικά εκτός των πιο αυστηρών προβλέψεων του αναθεωρημένου ΕΧΠ μένουν έργα ΑΠΕ πάνω από 70 GW από τα 110 GW στο σύνολο που βρίσκονται σε διάφορα στάδια αδειοδότησης.
Οι δε δηλώσεις εκ μέρους εκπροσώπων του κλάδου των ΑΠΕ πως «επί της ουσίας μέχρι το 2030 δεν πρόκειται να αλλάξει τίποτα», επιβεβαιώνουν ότι πρόκειται για μία προσπάθεια της κυβέρνησης της Νέας Δημοκρατίας να ρίξει στάχτη στα μάτια των οργανώσεων και των πολιτών που αντιδρούν στο μοντέλο αλά ΝΔ ανάπτυξης των ΑΠΕ.
Οργανώσεις επίσης, όπως η WWF Ελλάς, επισημαίνουν ότι ο σχεδιασμός θα έπρεπε να γίνει αντίστροφα με κατανομή στόχων ανά Περιφέρεια και θαλάσσια περιοχή, με αξιοποίηση προτιμητέων περιοχών, με κριτήρια εγγύτητας σε υφιστάμενες εγκαταστάσεις και υποδομές και συμβατότητας με άλλες δραστηριότητες και με αποφευκτέες περιοχές μόνο αν τεκμηριωθεί ότι οι προτιμητέες δεν επαρκούν.
Η κυβέρνηση όμως της Νέας Δημοκρατίας γνωρίζουμε πολύ καλά ότι δεν ενδιαφέρεται για την ουσία αλλά ούτε για την επιστήμη.
Το υψομετρικό όριο των 1.200 μέτρων, είναι κατ’ αρχήν θεμιτό ως εργαλείο προφύλαξης για τα υψηλά βουνά, δεν τεκμηριώνεται όμως επαρκώς επιστημονικά. Γιατί άραγε 1.200 αντί για 1.000 ή 1.100 μέτρα και γιατί ενιαίο και όχι διαφοροποιημένο όριο ανά βιογεωγραφική ενότητα;
Η αναθεώρηση τέλος, οφείλει να λάβει υπόψη το αίτημα της τοπικής αυτοδιοίκησης για δεσμευτική γνωμοδότηση αλλά και για επέκταση των ανταποδοτικών ωφελειών για τους Δήμους.






