Ωστόσο, σύμφωνα με το μηνιαίο δελτίο του Green Tank για το ανθρακικό αποτύπωμα τον Απρίλιο, οι αυξημένες περικοπές παραγωγής από ΑΠΕ στέρησαν από το σύστημα ακόμη μεγαλύτερη μείωση των εκπομπών. Ειδικότερα, εάν η πράσινη ενέργεια που απορρίφθηκε κατά το πρώτο τετράμηνο του έτους είχε απορροφηθεί από το σύστημα, οι εκπομπές άνθρακα θα ήταν κατά 12,2% χαμηλότερες.
Με βάση τα στοιχεία του ΑΔΜΗΕ, που επεξεργάζεται το Green Tank, οι περικοπές ΑΠΕ έφτασαν τον Απρίλιο σε νέο μηνιαίο ρεκόρ, αγγίζοντας τις 475 GWh. Αθροιστικά για το πρώτο τετράμηνο του 2026 οι περικοπές εκτιμώνται στις 885 GWh, ποσότητα που αντιστοιχεί στο 8,7% της συνολικής παραγωγής ΑΠΕ της περιόδου.
Σύμφωνα με το The Green Tank εάν η ενέργεια αυτή είχε διοχετευθεί στο σύστημα, περιορίζοντας αντίστοιχα την παραγωγή από μονάδες φυσικού αερίου και λιγνίτη, η μέση ένταση άνθρακα της ηλεκτροπαραγωγής θα είχε διαμορφωθεί στα 205 γραμμάρια CO2 ανά κιλοβατώρα, έναντι 233,4 γραμμαρίων που καταγράφηκαν τελικά. Πρόκειται για επίπεδο κατά 12,2% χαμηλότερο από το πραγματικό και κατά 23,6% χαμηλότερο σε σύγκριση με τη μέση ένταση άνθρακα του 2025. Παρά τις αυξημένες περικοπές, η μέση ένταση άνθρακα της ηλεκτροπαραγωγής στο πρώτο τετράμηνο του 2026 διαμορφώθηκε στα 233,4 γραμμάρια CO2 ανά κιλοβατώρα, σημειώνοντας νέο ιστορικό χαμηλό και βελτίωση κατά 13% σε σχέση με τον μέσο όρο του 2025.
Τον Απρίλιο η ένταση άνθρακα υποχώρησε στα 225,3 γραμμάρια CO2 ανά κιλοβατώρα, μειωμένη κατά 2,6% σε σύγκριση με τον Μάρτιο, κυρίως λόγω της μειωμένης παραγωγής ηλεκτρικής ενέργειας από λιγνίτη, φυσικό αέριο και πετρέλαιο.
Οι συνολικές εκπομπές από τις μονάδες ηλεκτροπαραγωγής που χρησιμοποιούν ορυκτά καύσιμα υποχώρησαν τον Απρίλιο σε χαμηλό δωδεκαμήνου, φτάνοντας τα 0,93 εκατ. τόνους CO2. Σε σχέση με τον Μάρτιο καταγράφηκε μείωση 28,5%, ενώ ήταν η πρώτη φορά μετά από έντεκα μήνες που οι μηνιαίες εκπομπές υποχώρησαν κάτω από το όριο του ενός εκατομμυρίου τόνων.
Σε επίπεδο τετραμήνου, οι εκπομπές διαμορφώθηκαν σε 4,9 εκατ. τόνους, μειωμένες κατά 10% σε σχέση με το αντίστοιχο διάστημα του 2025. Το φυσικό αέριο παρέμεινε η μεγαλύτερη πηγή εκπομπών, καθώς ευθύνεται για το 56,1% του συνόλου, με 2,8 εκατ. τόνους CO2. Ακολούθησε ο λιγνίτης με μερίδιο 32,9% και εκπομπές 1,6 εκατ. τόνων, ενώ το πετρέλαιο στα μη διασυνδεδεμένα νησιά συμμετείχε με 8,2%, καταγράφοντας σημαντική πτώση λόγω της διασύνδεσης της Κρήτης.
Με βάση τους στόχους του αναθεωρημένου ΕΣΕΚ, ο προϋπολογισμός άνθρακα για τον τομέα ηλεκτροπαραγωγής το 2026 ανέρχεται σε 8,96 εκατ. τόνους CO2. Ήδη όμως στο πρώτο τετράμηνο οι εκπομπές εκτιμώνται σε 4,94 εκατ. τόνους, δηλαδή στο 55,1% του ετήσιου ορίου. Αυτό σημαίνει ότι για το υπόλοιπο του έτους απομένει περιθώριο μόλις 4,02 εκατ. τόνων προκειμένου η χώρα να παραμείνει εντός της τροχιάς που προβλέπει το Εθνικό Σχέδιο για την Ενέργεια και το Κλίμα.






