Γιάννης Τριήρης: Ο Κασιδιάρης είναι ελεύθερος - Το ζήτημα είναι τι θα κάνουμε εμείς

Γιάννης Τριήρης: Ο Κασιδιάρης είναι ελεύθερος - Το ζήτημα είναι τι θα κάνουμε εμείς
Τετάρτη, 16/09/2026 - 08:14

Η αποφυλάκιση του Ηλία Κασιδιάρη δεν είναι απλώς μια ακόμη πολιτική είδηση. Είναι μια υπενθύμιση ότι η Δημοκρατία μπορεί να κλείσει έναν άνθρωπο στη φυλακή για τα εγκλήματα που αποδεικνύονται στα δικαστήρια, αλλά δεν μπορεί να φυλακίσει μια ιδεολογία. Και κυρίως δεν μπορεί να εμποδίσει από μόνη της την επιστροφή της στην πολιτική ζωή.

Ο Κασιδιάρης βγήκε, χθες, από τις φυλακές Δομοκού και δεν έκρυψε τις προθέσεις του. Δήλωσε ότι επιστρέφει «στην πρώτη γραμμή» και προανήγγειλε τη δημιουργία νέου πολιτικού φορέα.

Χρειάζεται, όμως, να θυμόμαστε ποιος ακριβώς επιστρέφει στην πολιτική. Ο Κασιδιάρης δεν είναι απλώς ένας άνθρωπος με ακραίες, νεοναζιστικές απόψεις. Είναι καταδικασμένος για διεύθυνση εγκληματικής οργάνωσης, καθώς το δικαστήριο έκρινε ότι η Χρυσή Αυγή αποτελούσε εγκληματική οργάνωση και ο ίδιος συγκαταλέγεται στα στελέχη που καταδικάστηκαν για τη διεύθυνσή της.

Γι' αυτό και η επιστροφή του στην πολιτική ζωή δεν μπορεί να αντιμετωπίζεται σαν μια συνηθισμένη αλλαγή πολιτικού σκηνικού.

Υπάρχει όμως και κάτι ακόμη πιο σημαντικό.

Ο νεοναζισμός δεν αντιμετωπίζεται αποτελεσματικά με απαγορεύσεις, όσο απαραίτητες μπορεί να είναι οι θεσμικές δικλείδες για την προστασία της Δημοκρατίας. Δεν εξαφανίζεται επειδή ψηφίστηκε ένας νόμος. Δεν ηττάται επειδή αποκλείστηκε ένας συγκεκριμένος πολιτικός σχηματισμός από τις εκλογές. Και ασφαλώς δεν αντιμετωπίζεται με την πεποίθηση ότι, επειδή ένα κόμμα διαλύθηκε, εξαφανίστηκαν και οι κοινωνικές συνθήκες που το τροφοδότησαν.

Η πραγματική μάχη είναι πολιτική.

Ο νεοναζισμός μπαίνει στο περιθώριο όταν η Δημοκρατία μπορεί να προσφέρει πειστικές απαντήσεις στην ανασφάλεια, στην κοινωνική αδικία, στην ακρίβεια, στην εγκατάλειψη περιοχών και ανθρώπων, στην αίσθηση ότι το πολιτικό σύστημα δεν ακούει. Όταν οι δημοκρατικές δυνάμεις αφήνουν αυτά τα προβλήματα χωρίς απαντήσεις, τα αφήνουν στην πραγματικότητα στα χέρια της Ακροδεξιάς.

Και η Ευρώπη προσφέρει σήμερα μια προειδοποίηση που δεν έχουμε την πολυτέλεια να αγνοήσουμε.

Σχεδόν ένας στους τέσσερις Ευρωπαίους ψηφοφόρους ψήφισε στις τελευταίες εθνικές εκλογές της χώρας του κόμμα της άκρας δεξιάς, σύμφωνα με μεγάλη έρευνα πολιτικών επιστημόνων σε 31 χώρες. Το ποσοστό έχει αυξηθεί δραματικά σε σχέση με τη δεκαετία του 1990.

Η άνοδος δεν περιορίζεται σε μία χώρα. Στη Γαλλία η Λεπέν βρίσκεται πρώτη στις δημοσκοπήσεις. Η AfD στη Γερμανία καταγράφει πλέον ιστορικές επιδόσεις. Στη Σουηδία οι Sweden Democrats εξακολουθούν να αποτελούν κρίσιμο παράγοντα του πολιτικού συστήματος. Στην Ιταλία η άκρα δεξιά –έστω και καλυμμένη- και βρίσκεται ήδη στην κυβέρνηση. Και νέα σχήματα επιχειρούν να διεκδικήσουν ακόμη μεγαλύτερο κομμάτι της δεξιάς εκλογικής βάσης σε όλη την Ευρώπη.

Αυτό είναι το μεγάλο μάθημα.

Η Δημοκρατία δεν μπορεί να περιμένει κάθε φορά να εμφανιστεί ένας Κασιδιάρης για να θυμηθεί ότι υπάρχει πρόβλημα. Ούτε μπορεί να πιστεύει ότι η απάντηση στην Ακροδεξιά είναι μόνο η δικαστική ή νομοθετική αντιμετώπιση των προσώπων που την εκπροσωπούν.

Οι νόμοι είναι απαραίτητοι. Τα δικαστήρια είναι απαραίτητα. Η προστασία της Δημοκρατίας από εγκληματικές οργανώσεις είναι αυτονόητη υποχρέωση ενός κράτους δικαίου.

Αλλά δεν αρκούν.

Γιατί μπορείς να απαγορεύσεις ένα κόμμα. Δεν μπορείς να απαγορεύσεις την οργή που το τροφοδοτεί.

Μπορείς να καταδικάσεις έναν αρχηγό εγκληματικής οργάνωσης. Δεν μπορείς να καταδικάσεις εκατοντάδες χιλιάδες πολίτες στην πολιτική αδιαφορία και να περιμένεις ότι θα παραμείνουν για πάντα μακριά από την Ακροδεξιά.

Μπορείς να κλείσεις μια πόρτα. Αν όμως δεν αντιμετωπίσεις όσα βρίσκονται πίσω από αυτήν, κάποια στιγμή θα ανοίξει μια άλλη.

Ο Κασιδιάρης επιστρέφει λοιπόν στην Ελλάδα, σε μια Ευρώπη όπου η Ακροδεξιά ενισχύεται. Το πραγματικό ερώτημα δεν είναι αν θα βρει τρόπο να ιδρύσει κόμμα. Είναι αν η ελληνική Δημοκρατία θα του αφήσει πολιτικό χώρο.

Και αυτό δεν θα το κρίνει μόνο ο νόμος.

Θα το κρίνει η πολιτική.