Γιάννης Τριήρης: «Βιομηχανία κοροϊδίας» το Μέγαρο Μαξίμου

Γιάννης Τριήρης: «Βιομηχανία κοροϊδίας» το Μέγαρο Μαξίμου
Παρασκευή, 07/08/2026 - 08:01

Στη μέση του αυγουστιάτικου καύσωνα, ο πρωθυπουργός Κυριάκος Μητσοτάκης επέλεξε να συγκαλέσει την Κυβερνητική Επιτροπή Βιομηχανίας. Με το γνώριμο επικοινωνιακό του στυλ, ανακήρυξε τη μεταποίηση και τη βιομηχανία σε κεντρικό πυλώνα και στρατηγική προτεραιότητα του παραγωγικού μοντέλου της χώρας.

Ωστόσο, πίσω από τους θριαμβολογικούς τόνους, τις υποσχέσεις με ορίζοντα το 2027 και τα ευχολόγια περί αναπτυξιακού άλματος, η σκληρή πραγματικότητα της ελληνικής οικονομίας αποδομεί πλήρως το κυβερνητικό αφήγημα.

Το πιο αποκαλυπτικό στοιχείο αυτής της παράστασης είναι ότι η αμφισβήτηση δεν προέρχεται πλέον μόνο από τα έδρανα της αντιπολίτευσης, αλλά από τον ίδιο τον βιομηχανικό κόσμο της χώρας — έναν χώρο που διαχρονικά διατηρεί στενούς πολιτικούς και ιδεολογικούς δεσμούς με την παράταξη της Νέας Δημοκρατίας.

Ενώ ο πρωθυπουργός και ο Υπουργός Ανάπτυξης Τάκης Θεοδωρικάκος έκαναν λόγο για στήριξη των επιχειρήσεων απέναντι στο αυξημένο ενεργειακό κόστος, οι ίδιοι οι εκπρόσωποι της βιομηχανίας εκπέμπουν σήμα κινδύνου.

Η ηγεσία του Σύνδεσμου Επιχειρήσεων και Βιομηχανιών, δια στόματος του προέδρου του Σπύρου Θεοδωρόπουλου, εξέφρασε δημόσια την έντονη απογοήτευσή της για τον τρόπο με τον οποίο η κυβέρνηση διαχειρίζεται το ζήτημα. Παρά τους πολύμηνους διαλόγους και τις αλλεπάλληλες συσκέψεις, ουσιαστική λύση στο κόστος του ρεύματος δεν έχει δοθεί.

Σύμφωνα με τα στοιχεία του ΙΟΒΕ και των παραγωγικών φορέων, η ελληνική βιομηχανία καλείται να πληρώνει το ρεύμα έως και 115 ευρώ ανά μεγαβατώρα, τη στιγμή που ο ευρωπαϊκός μέσος όρος κινείται κοντά στα 83 ευρώ.

Όταν ο φυσικός πολιτικός σύμμαχος της κυβέρνησης δηλώνει ανοιχτά απογοητευμένος από την αδράνεια στο ενεργειακό μέτωπο, οι διακηρύξεις περί ανταγωνιστικότητας ακούγονται τουλάχιστον ως ειρωνεία.

Την ίδια στιγμή, η σύγκληση της επιτροπής αποκάλυψε μια γνώριμη τακτική: την ανακύκλωση παλιών εξαγγελιών που παρουσιάζονται ξανά ως νέος σχεδιασμός. Τα κόμματα της αντιπολίτευσης ορθώς επισημαίνουν ότι η κυβέρνηση επαναλαμβάνει τις ίδιες υποσχέσεις από το 2022, αποφεύγοντας επιμελώς οποιονδήποτε ουσιαστικό απολογισμό. Η Εθνική Στρατηγική Βιομηχανίας που είχε ανακοινωθεί πριν από χρόνια έθετε συγκεκριμένους ποσοτικούς στόχους για τη συμμετοχή της μεταποίησης στο ΑΕΠ και τις εξαγωγές, στόχοι που παραμένουν μακριά από την πραγματικότητα.

Τα επίσημα στοιχεία της Ευρωπαϊκής Επιτροπής αποτυπώνουν μια εντελώς διαφορετική εικόνα από αυτή που περιέγραψε ο πρωθυπουργός, καθώς η παραγωγικότητα της εργασίας στην Ελλάδα παραμένει καθηλωμένη μόλις στο 54% του ευρωπαϊκού μέσου όρου, οι επενδύσεις σε Έρευνα και Ανάπτυξη κινούνται στο πενιχρό 0,9% του ΑΕΠ έναντι του 1,5% στην Ευρωπαϊκή Ένωση, ενώ η μεταποίηση υψηλής τεχνολογίας αποτελεί μόλις το 2% της εγχώριας παραγωγής.

Ακόμη και το Ειδικό Χωροταξικό Πλαίσιο για τη Βιομηχανία, το οποίο παρουσιάστηκε εκ νέου ως άμεση προτεραιότητα, καρκινοβατεί εδώ και μια εξαετία, αφήνοντας τις επενδύσεις ομήρους της γραφειοκρατίας.

Ιδιαίτερη εντύπωση προκάλεσε και η αναφορά του πρωθυπουργού στο μέλλον του ευρωπαϊκού Ταμείου Ανταγωνιστικότητας, ύψους 450 δισεκατομμυρίων ευρώ. Ο κ. Μητσοτάκης πρόκρινε ουσιαστικά τη λογική «τρέξτε να τα διεκδικήσετε μόνοι σας» προς τις επιχειρήσεις, σημειώνοντας πως το ταμείο δεν θα έχει εθνικές ποσοστώσεις. Αντί η κυβέρνηση να διαμορφώσει ένα ισχυρό εθνικό πλαίσιο υποστήριξης και συν-χρηματοδότησης για τις εγχώριες μεταποιητικές μονάδες —ειδικά τις μικρομεσαίες— μετακυλίει το βάρος της διεκδίκησης αποκλειστικά στον ιδιωτικό τομέα.

Το πιο επικίνδυνο σύμπτωμα για το Μέγαρο Μαξίμου είναι ότι το αφήγημα καταρρέει πλέον εκ των έσω. Οι βιομήχανοι, οι επιχειρηματικοί φορείς και τα επιμελητήρια, που διαχρονικά αποτελούσαν τον κορμό της πολιτικής στήριξης της Νέας Δημοκρατίας, διαπιστώνουν ότι η κυβερνητική πολιτική εξαντλείται σε επικοινωνιακά πυροτεχνήματα, θερινές φιέστες και φωτογραφίες. Αντί για δομικές μεταρρυθμίσεις, μείωση των βαρών και πραγματικά κίνητρα, εισπράττουν υποσχέσεις με φόντο τις κάλπες του 2027.

Η ενίσχυση της παραγωγικής βάσης μιας χώρας δεν επιτυγχάνεται με συσκέψεις στην καρδιά του Αυγούστου. Απαιτεί χαμηλότερο κόστος ενέργειας, σοβαρό χωροταξικό σχεδιασμό, ενίσχυση της καινοτομίας και ουσιαστικά χρηματοδοτικά εργαλεία. Όσο το Μαξίμου επιλέγει την τακτική της επικοινωνιακής διαχείρισης, η ελληνική βιομηχανία θα συνεχίσει να υποχωρεί — και μαζί της το παραγωγικό μέλλον της χώρας.