Ο Ντόναλντ Τραμπ δεν αποτελεί πλέον μια παροδική πολιτική «ανωμαλία», αλλά το σύμπτωμα μιας Αμερικής που έπαψε να λειτουργεί ως εγγυητής και μετατράπηκε σε έναν απρόβλεπτο και συχνά εχθρικό παίκτη.
Είναι πλέον σαφές πως η Ευρώπη πρέπει να πάψει να ετεροπροσδιορίζεται και να χαράξει τη δική της, αυτόνομη πορεία, καθώς ο «Τραμπισμός» διέλυσε οριστικά τις διατλαντικές αυταπάτες δεκαετιών.
Ο Αμερικανός πρόεδρος παρέμεινε πιστός μόνο στις δικές του, ισοπεδωτικές αρχές, κηρύσσοντας έναν ιδιότυπο πόλεμο που δεν εξαιρεί ούτε τους στενότερους συμμάχους του. Από την παράλογη απαίτηση για την απόκτηση της Γροιλανδίας μέχρι την επιβολή δασμών που έπληξαν την ευρωπαϊκή οικονομία, ο Λευκός Οίκος απέδειξε ότι αντιμετωπίζει την Ευρώπη ως εμπορικό αντίπαλο και όχι ως εταίρο.
Η ρήξη στην αξιοπιστία των ΗΠΑ έγινε ακόμη πιο εμφανής με τις διαρκείς απειλές για εγκατάλειψη του ΝΑΤΟ, αφήνοντας την ασφάλεια της ηπείρου μετέωρη σε μια κρίσιμη συγκυρία.
Η επιθετική πολιτική της Ουάσιγκτον απέναντι στο Ιράν, την οποία η πλειονότητα των Ευρωπαίων ηγετών θεωρεί παράνομη, σε συνδυασμό με τις ακατανόητες επιθέσεις ακόμα και προς τον Πάπα, αναδεικνύουν έναν ηγέτη απομονωμένο από τη διεθνή λογική.
Μέσα σε αυτό το κλίμα, η Ευρώπη άρχισε ήδη να αντιδρά, έστω και δειλά, κάνοντας αρχή με το ευρωπαϊκό σχέδιο για την αποκατάσταση της ναυσιπλοΐας στα Στενά του Ορμούζ. Η απόφαση να συγκροτηθεί ένας συνασπισμός που αποκλείει ρητά τις ΗΠΑ, το Ισραήλ και το Ιράν, αποτελεί μια ιστορική πράξη χειραφέτησης. Βασιζόμενη στο επιτυχημένο μοντέλο «Ασπίδες», η Ε.Ε. επιλέγει μια καθαρά αμυντική αποστολή, αρνούμενη να συρθεί σε έναν πόλεμο που επιδιώκει ο Τραμπ για να εξυπηρετήσει τη δική του ατζέντα οικονομικής πίεσης.
Αυτή η στρατηγική αυτονομία δεν περιορίζεται στα στρατιωτικά μέσα, αλλά επεκτείνεται σε μια ρεαλιστική, πολυπολική διπλωματία. Η τοποθέτηση του Ισπανού πρωθυπουργού Πέδρο Σάντσεθ, ο οποίος υπέδειξε την Κίνα ως τον μοναδικό παγκόσμιο παίκτη που μπορεί να φέρει ισορροπία στη Μέση Ανατολή, αποτελεί μια τολμηρή διαφοροποίηση από την αμερικανική γραμμή του στείρου ανταγωνισμού.
Παράλληλα, οι πρόσφατες κινήσεις του Εμανουέλ Μακρόν για την επανέναρξη ενός ελεγχόμενου διαλόγου με τη Ρωσία δείχνουν ότι η Ευρώπη αναγνωρίζει τη γεωπολιτική πραγματικότητα. Η Ρωσία θα είναι πάντα εκεί και η νέα αρχιτεκτονική ασφάλειας της ηπείρου πρέπει να συζητηθεί απευθείας μεταξύ των Ευρωπαίων και της Μόσχας, χωρίς τη διαμεσολάβηση ενός αναξιόπιστου Λευκού Οίκου.
Ο κόσμος του «Πρώτα η Αμερική» δεν αφήνει πλέον περιθώρια για αναβολές. Η Ευρώπη οφείλει να είναι μια αυτόνομη δύναμη ισορροπίας, διεθνούς δικαίου και στρατηγικής ψυχραιμίας.
Οι πρωτοβουλίες που βλέπουμε σήμερα στα Στενά του Ορμούζ και οι διπλωματικοί δίαυλοι προς Πεκίνο και Μόσχα δεν πρέπει να είναι απλώς αντιδράσεις στην πολιτική του Τραμπ, αλλά τα πρώτα απαραίτητα βήματα προς μια νέα εποχή, όπου η Γηραιά Ήπειρος θα ορίζει το μέλλον της με βάση τα δικά της συμφέροντα και τις δικές της αξίες.






