Χρήστος Μίχαλος: Η πολιτική άσκηση του κατώτερου μισθού – ποιος πληρώνει τελικά το κόστος και ποιος πραγματικά ωφελείτε;

Χρήστος Μίχαλος: Η πολιτική άσκηση του κατώτερου μισθού – ποιος πληρώνει τελικά το κόστος και ποιος πραγματικά ωφελείτε;
Τρίτη, 14/04/2026 - 08:16

Σε μια περίοδο όπου η ανάγκη για βελτίωση του βιοτικού επιπέδου των εργαζομένων και του κοινωνικού συνόλου είναι πιο επιτακτική από ποτέ, η συζήτηση για την αύξηση του κατώτερου μισθού επανέρχεται δυναμικά και πολύ σωστά επανέρχεται. Αλλά με ποια κριτήρια λαμβάνονται αυτές οι αποφάσεις;

άρθρο του Χρήστου Μίχαλου

Πώς καθορίζει το εκάστοτε κυβερνών κόμμα το ύψος του κατώτερου μισθού χωρίς ουσιαστική και δομημένη διαβούλευση με την πραγματική οικονομία;
Με τις επιχειρήσεις που καλούνται να εφαρμόσουν την απόφαση;
Με τα επιμελητήρια που εκπροσωπούν την αγορά;

Έχει εξεταστεί σε βάθος η πραγματική εικόνα των επιχειρήσεων;
Έχουν αναλυθεί τα στοιχεία του ΓΕΜΗ για το πόσες εταιρείες παρουσιάζουν υγιή κερδοφορία και μπορούν πράγματι να αντέξουν μια αύξηση;

Ή μήπως αντιμετωπίζονται όλες οι επιχειρήσεις ως ενιαίο σύνολο, ανεξαρτήτως μεγέθους, κλάδου και αντοχών;
Γιατί μια πολυεθνική εταιρεία και μια μικρή βιοτεχνία καλούνται να λειτουργήσουν με τα ίδια δεδομένα;
Μπορεί μια επιχείρηση με 5 ή 10 εργαζόμενους να αντέξει τις ίδιες επιβαρύνσεις με έναν μεγάλο οργανισμό;

Εδώ το ερώτημα γεννιέται, τελικά, ποιος πληρώνει τον λογαριασμό;

Διότι η αύξηση του κατώτερου μισθού δεν αφορά μόνο τον καθαρό μισθό του εργαζομένου. Αφορά το συνολικό κόστος εργασίας. Πόσο κοστίζει πραγματικά ένας κατώτερος μισθός στην επιχείρηση;
Και πόσο από αυτή την αύξηση καταλήγει τελικά στον εργαζόμενο και πόσο επιστρέφει στο κράτος μέσω φόρων και εισφορών;

Σε ένα περιβάλλον με ήδη υψηλές εργοδοτικές εισφορές, ασφαλιστικές επιβαρύνσεις και φορολογία μισθωτής εργασίας, πόσο βιώσιμη είναι μια τέτοια πολιτική χωρίς αντισταθμιστικά μέτρα;

Και εδώ τίθεται το πιο κρίσιμο ερώτημα, αν πραγματικός στόχος είναι η ενίσχυση του εισοδήματος των εργαζομένων, κάτι με το οποίο συμφωνούν σχεδόν όλοι, γιατί δεν συνοδεύεται η αύξηση του κατώτερου μισθού από ουσιαστική μείωση των φορολογικών και ασφαλιστικών βαρών;

Γιατί αυξάνεται το συνολικό κόστος για την επιχείρηση, αντί να δημιουργούνται οι προϋποθέσεις ώστε να μπορέσει να στηρίξει τον εργαζόμενο;

Μπορεί μια επιχείρηση να δώσει καλύτερους μισθούς όταν ταυτόχρονα αυξάνονται οι υποχρεώσεις της προς το κράτος;

Ή τελικά δημιουργούμε έναν φαύλο κύκλο, όπου η πρόθεση πολύ πιθανό να είναι θετική αλλά το αποτέλεσμα άκρως πιεστικό τόσο για την επιχείρηση όσο και για τη βιωσιμότητά της.

Και υπάρχει και μια ακόμη διάσταση που συχνά αποσιωπάται:

Πώς επηρεάζεται η ανταγωνιστικότητα της ελληνικής οικονομίας; Πώς μπορεί μια παραγωγική επιχείρηση να παραμείνει ανταγωνιστική στις διεθνείς αγορές, όταν το κόστος εργασίας αυξάνεται χωρίς αντίστοιχη μείωση επιβαρύνσεων; Πώς μπορεί να διατηρήσει εξαγωγική δυναμική όταν ανταγωνίζεται χώρες με πολύ χαμηλότερο κόστος και το κυριότερο με ουσιώδη κίνητρα για την προώθηση επιχειρηματικότητας και παραγωγή.

Τελικά, έχει εξεταστεί εάν τέτοιες πολιτικές όταν δεν συνοδεύονται από ισορροπημένα μέτρα μπορεί να οδηγούν σε αντίθετα αποτελέσματα;

Μήπως πιέζουν τις επιχειρήσεις να περιορίσουν προσλήψεις; Να στραφούν σε ευέλικτες μορφές εργασίας; Ή ακόμη και να ενισχύσουν φαινόμενα αδήλωτης εργασίας;

Ας είμαστε ειλικρινείς:

Οι επιχειρήσεις δεν είναι απέναντι από τους εργαζόμενους.
Είναι στην ίδια πλευρά.

Μια υγιής επιχείρηση θέλει να προσφέρει καλύτερους μισθούς. Θέλει να διατηρήσει το ανθρώπινο δυναμικό της, να το εξελίξει, να το ανταμείψει. Αλλά χρειάζεται το κατάλληλο περιβάλλον για να το κάνει. Χρειάζεται ένα πλαίσιο που δεν τιμωρεί την ανάπτυξη, αλλά τη στηρίζει. Που δεν επιβάλλει μονομερώς, αλλά συνδιαμορφώνει. Που δεν αυξάνει μόνο υποχρεώσεις, αλλά δίνει και δυνατότητες.

Αν πραγματικά θέλουμε βιώσιμη αύξηση μισθών, τότε η συζήτηση πρέπει να γίνει πιο ουσιαστική και πιο ολοκληρωμένη.

Ίσως η απάντηση να βρίσκεται σε μια διαφορετική προσέγγιση:

Μείωση εργοδοτικών εισφορών όταν αυξάνεται ο κατώτερος μισθός.
Κλιμακωτή εφαρμογή με βάση το μέγεθος και τις αντοχές της επιχείρησης.
Φορολογικά κίνητρα για όσους επενδύουν στους εργαζόμενους τους.
Και ένα σταθερό, προβλέψιμο πλαίσιο που ενισχύει την ανάπτυξη αντί να την περιορίζει.

Γιατί στο τέλος της ημέρας, το ερώτημα δεν είναι αν πρέπει να αυξηθεί ο κατώτερος μισθός.

Το ερώτημα είναι πώς θα αυξηθεί και ποιος θα μπορέσει πραγματικά να τον πληρώσει.

Γιατί χωρίς βιώσιμες επιχειρήσεις, δεν μπορούν να υπάρξουν βιώσιμοι μισθοί.

*Ο Χρήστος Μίχαλος είναι μέλος του ΔΣ του ΠΣΕ

Τελευταία τροποποίηση στις 14/04/2026 - 08:23