Ο πρωθυπουργός μίλησε για αύξηση της απασχόλησης, άνοδος μισθών, μείωση της φορολογίας και, τελικά, αύξηση του διαθέσιμου εισοδήματος που κατά τον ίδιο αποτελούν το «καλύτερο αντίδοτο» στην επίμονη ακρίβεια. Πρόκειται για μια αφήγηση που βασίζεται σε μετρήσιμα μεγέθη και θετικούς δείκτες. Το ερώτημα, ωστόσο, είναι αν αυτή η εικόνα αντανακλά τη βιωμένη πραγματικότητα της κοινωνικής πλειοψηφίας.
Δεν υπάρχει αμφιβολία ότι η μείωση της ανεργίας και η δημιουργία νέων θέσεων εργασίας αποτελούν μια θετική εξέλιξη. Όμως η συζήτηση δεν μπορεί να εξαντλείται στον αριθμό των θέσεων, αλλά οφείλει να επεκτείνεται στην ποιότητα της εργασίας. Ένα μεγάλο μέρος των νέων θέσεων αφορά χαμηλόμισθη, ευέλικτη ή ακόμη και επισφαλή απασχόληση, συχνά χωρίς προοπτική ουσιαστικής μισθολογικής εξέλιξης, αλλά και με κινδύνους ατυχημάτων, όπως πρόσφατα στην βιομηχανία Βιολάντα. Για πολλούς εργαζόμενους, η εργασία δεν αποτελεί πλέον εγγύηση αξιοπρεπούς διαβίωσης, αλλά απλώς έναν μηχανισμό επιβίωσης, κάτω από αντίξοες συνθήκες.
Ο Κυριάκος Μητσοτάκης επιμένει ότι οι ονομαστικοί μισθοί αυξάνονται και ότι περισσότερα χρήματα καταλήγουν στην τσέπη του πολίτη. Όμως, η πραγματική αγοραστική δύναμη καθορίζεται όχι από τους ονομαστικούς μισθούς, αλλά από τη σχέση εισοδήματος και κόστους ζωής. Η ακρίβεια στα τρόφιμα, στην ενέργεια, στη στέγη και στις βασικές υπηρεσίες έχει απορροφήσει –και σε πολλές περιπτώσεις υπερβεί– κάθε μισθολογική αύξηση. Για τη συντριπτική πλειοψηφία των πολιτών, το διαθέσιμο εισόδημα δεν αυξάνεται, αντίθετα συρρικνώνεται, όπως άλλωστε δείχνουν και οι μελέτες των στατιστικών αρχών.
Ιδιαίτερη εντύπωση προκαλεί η διατύπωση από μέρους του πρωθυπουργού ότι «πριν από 6,5 χρόνια οι πολίτες ζητούσαν δουλειά, ενώ σήμερα οι εργοδότες ζητούν εργαζόμενους». Η πραγματικότητα είναι πιο σύνθετη. Πολλές επιχειρήσεις αναζητούν προσωπικό, αλλά συχνά με όρους που δεν ανταποκρίνονται στο κόστος ζωής, ειδικά για νέους ανθρώπους ή εργαζόμενους σε τουριστικές και εποχικές περιοχές. Η έλλειψη εργαζομένων δεν οφείλεται μόνο σε δημογραφικούς λόγους ή σε αναντιστοιχία δεξιοτήτων, αλλά και στο γεγονός ότι μεγάλο μέρος της εργασίας δεν προσφέρει πλέον επαρκές οικονομικό και κοινωνικό αντίκρισμα.
Η αναφορά στο «πάντρεμα» των αναγκών εργαζομένων και εργοδοτών ακούγεται εύλογη, αλλά παραμένει γενική και αόριστη, όταν δεν συνοδεύεται από ισχυρές συλλογικές συμβάσεις, ουσιαστικούς ελέγχους στην αγορά εργασίας και πολιτικές που θωρακίζουν τον εργαζόμενο απέναντι στην αυθαιρεσία. Χωρίς αυτά, η αγορά δεν αυτορρυθμίζεται προς όφελος των πολλών, αλλά προς όφελος των ισχυρότερων.
Δεν μπορεί επίσης να αγνοηθεί το χρονικό σημείο αυτών των δηλώσεων. Ο προσυνεδριακός διάλογος της Ν.Δ. λειτουργεί ήδη ως προθάλαμος της προεκλογικής περιόδου. Σε αυτό το πλαίσιο, η αισιόδοξη αφήγηση για την οικονομία και την εργασία και οι «εύκολες» δηλώσεις ότι δίνεται βαρύτητα στην κοινωνική διάσταση της κυβερνητικής πολιτικής δεν φαντάζουν αλλά είναι προεκλογικές.
Η αλήθεια είναι πως η κεντρική στόχευση του πρωθυπουργού είναι να πείσει τους ψηφοφόρους ότι «η χώρα πάει καλά». Το ερώτημα, όμως, είναι αν οι πολίτες αισθάνονται ότι πάνε καλά οι ίδιοι.
Οι εκλογές, όμως, δεν κρίνονται στις προεκλογικές δηλώσεις και στα «νούμερα, αλλά στην καθημερινότητα. Κρίνονται στο αν ο μισθός φτάνει μέχρι το τέλος του μήνα, στο αν ένας νέος μπορεί να φύγει από το πατρικό του, στο αν μια οικογένεια μπορεί να ζήσει χωρίς μόνιμο άγχος. Και σε αυτό το πεδίο, η απόσταση ανάμεσα στην κυβερνητική ρητορική και την κοινωνική πραγματικότητα παραμένει χαώδης.






