Γιάννης Τριήρης: «Στοχευμένα και προσωρινά μέτρα στήριξης» - Μια παρελκυστική και επικίνδυνη κυβερνητική τακτική

Γιάννης Τριήρης: «Στοχευμένα και προσωρινά μέτρα στήριξης» - Μια παρελκυστική και επικίνδυνη κυβερνητική τακτική
Παρασκευή, 30/10/2026 - 08:12

«Στοχευμένα και προσωρινά μέτρα στήριξης». Αυτή είναι η κυβερνητική απάντηση του Σταύρου Παπασταύρου στην ενεργειακή κρίση που, αντί να τελειώνει, μετατρέπεται σε μόνιμη κρίση ακρίβειας για τα νοικοκυριά και τις μικρομεσαίες επιχειρήσεις. Μόνο που υπάρχει ένα μικρό πρόβλημα: η ακρίβεια δεν είναι ούτε στοχευμένη ούτε προσωρινή.

Η χονδρική τιμή του ηλεκτρικού ρεύματος έχει αυξηθεί κατά περίπου 105% από τον Ιούνιο, από τα 92 ευρώ/MWh στα επίπεδα των 190 ευρώ τον Οκτώβριο. Το φυσικό αέριο κινείται ξανά σε επίπεδα που προκαλούν συναγερμό, ενώ η βενζίνη βρίσκεται πάνω από τα 2 ευρώ το λίτρο και το πετρέλαιο θέρμανσης επιβαρύνει ήδη τους οικογενειακούς προϋπολογισμούς. Και όλα αυτά δεν είναι απλώς αριθμοί σε έναν ενεργειακό πίνακα. Είναι το κόστος που μεταφέρεται στον λογαριασμό του ρεύματος, στη μετακίνηση, στη θέρμανση, στο κόστος λειτουργίας μιας επιχείρησης και τελικά στην τιμή κάθε προϊόντος και υπηρεσίας.

Η κυβέρνηση όμως εξακολουθεί να αντιμετωπίζει μια διαρκή κρίση σαν να πρόκειται για μια προσωρινή αναστάτωση που χρειάζεται μερικά επιδόματα για να περάσει.

Δεν χρειάζεται ιδιαίτερη οικονομική ανάλυση για να γίνει αντιληπτό ότι τα προσωρινά μέτρα δεν μπορούν να αντιμετωπίσουν ένα πρόβλημα που έχει αποκτήσει μόνιμα χαρακτηριστικά. Ούτε ένα ακόμη Fuel Pass, ούτε μια πρόσκαιρη επιδότηση, ούτε μια περιορισμένη ενίσχυση σε ορισμένες κατηγορίες επιχειρήσεων μπορεί να ανατρέψει μια κατάσταση στην οποία το ενεργειακό κόστος παραμένει υψηλό και συμπιέζει διαρκώς το διαθέσιμο εισόδημα.

Και εδώ ακριβώς βρίσκεται η πολιτική ουσία.

Η κυβέρνηση αναζητεί για ακόμη μία φορά καταφύγιο στις Βρυξέλλες. Μιλά για συντονισμένη ευρωπαϊκή αντίδραση, για τη ρήτρα διαφυγής και για την ανάγκη να υπάρξουν ευρωπαϊκές αποφάσεις. Ασφαλώς και η Ευρώπη πρέπει να δράσει. Αλλά μέχρι να αποφασίσει η Ευρωπαϊκή Ένωση, οι λογαριασμοί των Ελλήνων δεν μπαίνουν στον πάγο. Ούτε οι μικρομεσαίοι μπορούν να πουν στους προμηθευτές τους ότι θα τους πληρώσουν όταν συνεδριάσουν και αποφασίσουν οι υπουργοί Ενέργειας της ΕΕ.

Η επίκληση της Ευρώπης, επομένως, δεν μπορεί να αποτελεί άλλοθι για την αδράνεια της ελληνικής κυβέρνησης.

Οι κυβερνήσεις υπάρχουν ακριβώς για να παρεμβαίνουν όταν οι πολίτες τους βρίσκονται αντιμέτωποι με μια κατάσταση που απειλεί το εισόδημα, την παραγωγή και την κοινωνική συνοχή. Δεν περιμένουν πρώτα να κινηθούν όλοι οι υπόλοιποι για να αποφασίσουν αν μπορούν να κάνουν κάτι. Αναζητούν δημοσιονομικό χώρο, αναδιατάσσουν προτεραιότητες, συγκρούονται όπου χρειάζεται με συμφέροντα και παίρνουν μέτρα όταν η πραγματικότητα το απαιτεί.

Γιατί εδώ δεν μιλάμε πλέον μόνο για την «ενεργειακή κρίση». Μιλάμε για μια κρίση που έχει διαχυθεί σε ολόκληρη την οικονομία. Το ακριβό ρεύμα γίνεται ακριβή παραγωγή. Το ακριβό καύσιμο γίνεται ακριβή μεταφορά. Η ακριβή θέρμανση περιορίζει την κατανάλωση. Και όλα μαζί επιστρέφουν στον πολίτη ως πληθωρισμός και απώλεια αγοραστικής δύναμης.

Ιδιαίτερα οι μικρομεσαίες επιχειρήσεις βρίσκονται στη μέση αυτής της αλυσίδας. Δεν έχουν τη δυνατότητα μιας μεγάλης βιομηχανίας να απορροφήσουν προσωρινά το κόστος, ούτε τη διαπραγματευτική ισχύ των μεγάλων ομίλων. Για τον φούρνο, το καθαριστήριο, το μικρό κατάστημα, το εργαστήριο, την οικογενειακή επιχείρηση, κάθε αύξηση στην ενέργεια είναι άμεση απειλή για τη βιωσιμότητά τους.

Και όσο η κυβέρνηση μιλά για «στοχευμένα και προσωρινά» μέτρα, η πραγματικότητα γίνεται όλο και λιγότερο προσωρινή.

Αυτό είναι και το μεγάλο κυβερνητικό παράδοξο: παρουσιάζει ως έκτακτη ανάγκη κάτι που έχει πλέον γίνει καθημερινότητα. Σαν να αρκεί μια ακόμη μικρή ένεση για έναν ασθενή που χρειάζεται θεραπεία.

Η χώρα δεν χρειάζεται άλλη μια διαχείριση της ακρίβειας με ημερομηνία λήξης. Χρειάζεται πολιτική που να αντιμετωπίζει την αιτία και όχι μόνο το σύμπτωμα. Και κυρίως χρειάζεται μια κυβέρνηση που να αντιλαμβάνεται ότι η προστασία των πολιτών της δεν μπορεί να εξαρτάται από το πότε θα συμφωνήσουν οι Βρυξέλλες.

Γιατί όταν η φτώχεια και η οικονομική εξάντληση απειλούν πλέον μεγάλα τμήματα της κοινωνίας, το «περιμένουμε την Ευρώπη» δεν είναι σχέδιο. Είναι δικαιολογία.