Γιάννης Τριήρης: Το διπλό αδιέξοδο των Ευρωπαίων ηγετών

Γιάννης Τριήρης: Το διπλό αδιέξοδο των Ευρωπαίων ηγετών
Δευτέρα, 19/10/2026 - 08:05

Η Ευρώπη πληρώνει ήδη ακριβά τις οικονομικές επιλογές των κυβερνήσεών της, αλλά οι ηγεσίες της φαίνεται να μην αντιλαμβάνονται το μέγεθος της κρίσης που διαμορφώνεται.

Η ακρίβεια, η ασθενική ανάπτυξη, η πίεση στα δημόσια οικονομικά και η ανασφάλεια για το μέλλον τροφοδοτούν την κοινωνική οργή, η οποία εκδηλώνεται όλο και πιο δυναμικά στους δρόμους και μετατρέπεται σε ανοιχτή αμφισβήτηση των κυβερνήσεων. Κι όμως, αντί να αναζητούν διέξοδο από αυτή την κατάσταση, οι Ευρωπαίοι ηγέτες επιμένουν σε μια πολιτική που απαιτεί νέους, τεράστιους πόρους για τη συνέχιση του πολέμου στην Ουκρανία, χωρίς να διαφαίνεται συγκεκριμένο σχέδιο για τον τερματισμό του.

Στη Γαλλία, οι κινητοποιήσεις και οι συγκρούσεις αποτυπώνουν την οργή για την ακρίβεια, τις περικοπές και την υποβάθμιση των δημόσιων υπηρεσιών. Στην Ιταλία, οι κοινωνικές αντιδράσεις για το κόστος ζωής και τις ανισότητες φανερώνουν ότι η δυσαρέσκεια δεν περιορίζεται σε επιμέρους διεκδικήσεις. Μεγάλα τμήματα των κοινωνιών αισθάνονται ότι καλούνται να πληρώσουν το τίμημα μιας οικονομικής πολιτικής που δεν βελτιώνει τη ζωή τους. Οι κυβερνήσεις, αντί να απαντούν πειστικά σε αυτές τις ανησυχίες, βρίσκονται όλο και συχνότερα αντιμέτωπες με την κοινωνική αντίδραση και την πολιτική φθορά.

Το αδιέξοδο γίνεται ακόμη πιο εμφανές στη Γερμανία. Η ισχυρότερη οικονομία της Ευρωπαϊκής Ένωσης αντιμετωπίζει σοβαρές προκλήσεις για τη βιομηχανία και την ανταγωνιστικότητά της, ενώ οι περικοπές θέσεων εργασίας και η αβεβαιότητα για την οικονομική πορεία εντείνουν την ανησυχία. Ο Φρίντριχ Μερτς καλείται να πείσει τους Γερμανούς ότι διαθέτει σχέδιο για την ανάκαμψη, την προστασία της απασχόλησης και την αποκατάσταση της εμπιστοσύνης. Την ίδια στιγμή, όμως, η κυβέρνησή του συμμετέχει σε μια ευρωπαϊκή στρατηγική που συνεπάγεται πρόσθετες οικονομικές και στρατιωτικές δεσμεύσεις, την ώρα που οι ανάγκες στο εσωτερικό της χώρας είναι ήδη μεγάλες.

Η εικόνα δεν αφήνει πολλά περιθώρια για ωραιοποιήσεις. Οι ευρωπαϊκές οικονομίες δεν αναπτύσσονται με τους ρυθμούς που απαιτούνται για να αντιμετωπιστούν οι συσσωρευμένες δυσκολίες, τα δημόσια χρέη περιορίζουν τις δυνατότητες των κυβερνήσεων και οι πολίτες βλέπουν το κόστος ζωής να πιέζει τα εισοδήματά τους. Η Ευρώπη δεν έχει απεριόριστα χρήματα ούτε μπορεί να αντιμετωπίζει κάθε νέα κρίση με την υπόθεση ότι οι κοινωνίες της θα αποδεχθούν αδιαμαρτύρητα το κόστος. Παρ’ όλα αυτά, οι ηγεσίες της επιμένουν να προσθέτουν νέες δεσμεύσεις, χωρίς να εξηγούν με την ίδια σαφήνεια ποιες ανάγκες θα προηγηθούν και ποιες θα μείνουν πίσω.

Σε αυτό το ήδη ασφυκτικό περιβάλλον, η Ουκρανία αποτελεί μια ακόμη τεράστια οικονομική και πολιτική υποχρέωση. Στη σύνοδο της 16ης Οκτωβρίου, οι ηγέτες της Ευρωπαϊκής Ένωσης επανέλαβαν τη δέσμευσή τους να συνεχίσουν την οικονομική και στρατιωτική στήριξη του Κιέβου, αναζητώντας παράλληλα νέους τρόπους χρηματοδότησης. Η ευρωπαϊκή βοήθεια έχει πλέον αποκτήσει μακροχρόνιο χαρακτήρα, ενώ συζητούνται πρόσθετα χρηματοδοτικά εργαλεία και η αξιοποίηση παγωμένων ρωσικών περιουσιακών στοιχείων. Το ερώτημα, όμως, παραμένει: ποιο είναι το συνολικό κόστος αυτής της πολιτικής, για πόσο ακόμη θα διαρκέσει και ποιος μπορεί να εγγυηθεί ότι οι νέες χρηματοδοτήσεις θα φέρουν πιο κοντά τον τερματισμό του πολέμου;

Η στάση του Ντόναλντ Τραμπ περιπλέκει ακόμη περισσότερο την κατάσταση. Η αμερικανική υποστήριξη δεν μπορεί να θεωρείται δεδομένη και οι Ευρωπαίοι κινδυνεύουν να αναλάβουν μεγαλύτερο μέρος του οικονομικού και στρατιωτικού βάρους. Έτσι, οι κυβερνήσεις της ΕΕ βρίσκονται μπροστά σε μια αντίφαση που δεν μπορούν να κρύβουν πίσω από γενικόλογες διακηρύξεις περί ευρωπαϊκής αλληλεγγύης: οι Ηνωμένες Πολιτείες διατηρούν το δικαίωμα να αναπροσαρμόζουν τη στάση τους, ενώ οι Ευρωπαίοι καλούνται να καλύψουν το κενό με δικούς τους πόρους, την ώρα που οι δικές τους κοινωνίες πιέζονται.

Αυτό είναι το πρώτο σκέλος του διπλού αδιεξόδου. Οι ευρωπαϊκές ηγεσίες απαιτούν από τους πολίτες τους να αποδεχθούν δημοσιονομικούς περιορισμούς, περικοπές και θυσίες, αλλά δυσκολεύονται να εξηγήσουν γιατί η εξεύρεση νέων δισεκατομμυρίων για την Ουκρανία παραμένει σταθερή προτεραιότητα, ακόμη κι όταν οι κοινωνικές ανάγκες πολλαπλασιάζονται. Η πολιτική ευθύνη δεν εξαντλείται στην ανακοίνωση νέων πακέτων βοήθειας. Προϋποθέτει διαφάνεια για το κόστος, σαφείς στόχους και λογοδοσία για τα αποτελέσματα.

Το δεύτερο σκέλος είναι ακόμη σοβαρότερο: η επιμονή στη στρατιωτική ενίσχυση δεν συνοδεύεται από αντίστοιχη αποφασιστικότητα για την εξεύρεση διπλωματικής λύσης. Η Ουκρανία έχει δικαίωμα στην ασφάλεια και στην υπεράσπιση της κυριαρχίας της. Αυτό, όμως, δεν σημαίνει ότι η συνέχιση του πολέμου πρέπει να αντιμετωπίζεται ως μονόδρομος ή ότι κάθε νέα στρατιωτική και οικονομική δέσμευση αποτελεί από μόνη της στρατηγική επιτυχία. Όταν δεν υπάρχει σαφής ορίζοντας τερματισμού, η συνεχής ενίσχυση των πολεμικών δυνατοτήτων κινδυνεύει να παγιώσει τη σύγκρουση, να αυξήσει τις ανθρώπινες απώλειες και να παρατείνει την οικονομική αιμορραγία.

Οι Ευρωπαίοι ηγέτες οφείλουν να εξηγήσουν γιατί η διπλωματία δεν βρίσκεται στο επίκεντρο των προσπαθειών τους με την ίδια επιμονή που επιδεικνύουν στην εξασφάλιση χρημάτων και όπλων. Η στήριξη της Ουκρανίας και η αναζήτηση ειρήνης δεν είναι κατ’ ανάγκην αντίθετοι στόχοι. Αντίθετα, η υπεύθυνη ευρωπαϊκή πολιτική θα έπρεπε να συνδέει κάθε μορφή βοήθειας με μια συγκεκριμένη προσπάθεια για κατάπαυση του πυρός, ουσιαστικές διαπραγματεύσεις και μια βιώσιμη συμφωνία ασφάλειας. Η ειρήνη δεν εξασφαλίζεται με ευχολόγια, αλλά ούτε και με την επ’ αόριστον παράταση ενός πολέμου χωρίς ορατό τέλος.

Το πραγματικό δίλημμα, επομένως, δεν είναι αν η Ευρώπη θα συνεχίσει να πληρώνει. Είναι αν οι ηγεσίες της θα επιμείνουν σε μια πολιτική αυξανόμενων δαπανών και αβέβαιης προοπτικής ή αν θα αξιοποιήσουν το πολιτικό και οικονομικό βάρος τους για να πιέσουν αποφασιστικά προς μια διπλωματική διέξοδο. Όσο η Γαλλία και η Ιταλία δοκιμάζονται από κοινωνικές εντάσεις και η Γερμανία αναζητά τρόπο να ανακτήσει την οικονομική της δυναμική, η συνέχιση της ίδιας πορείας χωρίς σαφή στρατηγική εξόδου γίνεται όλο και δυσκολότερο να δικαιολογηθεί. Οι πολίτες δεν χρειάζονται άλλες διακηρύξεις για θυσίες χωρίς τέλος. Χρειάζονται κυβερνήσεις που να υπερασπίζονται την κοινωνική συνοχή, να εξηγούν πού κατευθύνονται οι δημόσιοι πόροι και να εργάζονται με πραγματική επιμονή για τον τερματισμό ενός καταστροφικού πολέμου. Αυτό είναι το μέτρο της ευθύνης τους — και σε αυτό ακριβώς δοκιμάζονται σήμερα οι Ευρωπαίοι ηγέτες.