Γιάννης Τριήρης: Η προστασία της πρώτη κατοικίας δεν μπορεί να εξαρτάται μόνο από τα δικαστήρια

Γιάννης Τριήρης: Η προστασία της πρώτη κατοικίας δεν μπορεί να εξαρτάται μόνο από τα δικαστήρια
Παρασκευή, 16/10/2026 - 08:01

Χρειάστηκε να φτάσουν οι υποθέσεις μέχρι το Συμβούλιο της Επικρατείας για να τεθεί το αυτονόητο: πριν το Δημόσιο προχωρήσει στην κατάσχεση και στον πλειστηριασμό της πρώτης κατοικίας, πρέπει να εξετάζει εάν υπάρχουν άλλα περιουσιακά στοιχεία του οφειλέτη που μπορούν να καλύψουν την οφειλή.

Η απόφαση 1404/2026 του ΣτΕ που είδε χθες το φως της δημοσιότητας επαναφέρει στο προσκήνιο μια στοιχειώδη αρχή αναλογικότητας, την οποία η διοίκηση θα όφειλε να εφαρμόζει χωρίς να χρειάζεται να προηγηθεί ένας δικαστικός αγώνας.

Το ερώτημα, όμως, είναι πολύ μεγαλύτερο από το νομικό σκεπτικό μιας δικαστικής απόφασης. Γιατί η Πολιτεία εξακολουθεί να αφήνει χιλιάδες νοικοκυριά να αναζητούν δικαστική σωτηρία την ύστατη ώρα, αντί να θεσπίζει κανόνες που θα αποτρέπουν εξαρχής την απώλεια του σπιτιού τους;

Η κυβέρνηση δεν μπορεί να επικαλείται την αποτελεσματικότητα στην είσπραξη των οφειλών, όταν η αποτελεσματικότητα αυτή μετριέται μόνο με κατασχέσεις, πλειστηριασμούς και χρήματα που ανακτώνται. Ούτε μπορεί να αντιμετωπίζει την πρώτη κατοικία σαν ένα ακόμη περιουσιακό στοιχείο προς ρευστοποίηση, αδιαφορώντας για το αν πίσω από μια οφειλή βρίσκεται ένας στρατηγικός κακοπληρωτής ή μια οικογένεια που λύγισε από την ακρίβεια, την ανεργία και τη δραματική συρρίκνωση του διαθέσιμου εισοδήματός της.

Η προστασία της κατοικίας δεν μπορεί να είναι προνόμιο όσων έχουν την οικονομική δυνατότητα να προσλάβουν δικηγόρο, να καταθέσουν προσφυγές και να περιμένουν την έκδοση μιας απόφασης. Δεν μπορεί ο πολίτης να κινδυνεύει να χάσει το σπίτι του και ύστερα να καλείται να αποδείξει στο δικαστήριο ότι υπήρχαν ηπιότερα μέσα για την είσπραξη του χρέους του. Αυτή είναι μια αντιστροφή της στοιχειώδους λογικής: η πρόληψη πρέπει να προηγείται της καταστροφής, όχι να ακολουθεί ως δικαστική αποκατάσταση.

Και αν η απόφαση του ΣτΕ αφορά τις οφειλές προς το Δημόσιο, το ίδιο πρόβλημα, με ακόμη μεγαλύτερες κοινωνικές διαστάσεις, υπάρχει στην αγορά των κόκκινων δανείων. Οι τράπεζες μεταβίβασαν τεράστια χαρτοφυλάκια μη εξυπηρετούμενων δανείων σε funds, ενώ οι δανειολήπτες βρέθηκαν αντιμέτωποι με νέους πιστωτές και εταιρείες διαχείρισης, με τους οποίους συχνά δυσκολεύονται να καταλήξουν σε μια βιώσιμη συμφωνία. Η μεταβίβαση ενός δανείου, όμως, δεν μπορεί να σημαίνει ότι εξαφανίζεται η κοινωνική διάσταση του προβλήματος ή ότι ο πλειστηριασμός αποτελεί τη φυσιολογική κατάληξή του.

Υπάρχει, μάλιστα, ένα κρίσιμο ζήτημα που η Πολιτεία αποφεύγει να αντιμετωπίσει με την απαιτούμενη αποφασιστικότητα: με ποιο τίμημα αποκτήθηκε το συγκεκριμένο δάνειο από το fund και γιατί ο δανειολήπτης να μην έχει τη δυνατότητα να το επαναγοράσει με εύλογους όρους;

Τα δάνεια μεταβιβάζονται συχνά μέσα σε μεγάλα χαρτοφυλάκια, με διαφορετικές τιμές ανάλογα με τον κίνδυνο, τις εξασφαλίσεις και τις προσδοκώμενες ανακτήσεις. Δεν υπάρχει ένα ενιαίο ποσοστό αγοράς για όλα τα δάνεια. Υπάρχει, όμως, ένα απολύτως θεμιτό ερώτημα: γιατί να μην προβλέπεται ένας διαφανής μηχανισμός επαναγοράς, με βάση το τίμημα που κατέβαλε το fund για το συγκεκριμένο δάνειο, τα τεκμηριωμένα έξοδα και ένα εύλογο περιθώριο, ώστε ο οφειλέτης να μπορεί να διασώσει την κατοικία του;

Γιατί να μην είναι υποχρεωτική μια πραγματικά βιώσιμη πρόταση ρύθμισης πριν από κάθε πλειστηριασμό πρώτης κατοικίας; Γιατί οι δόσεις να μην υπολογίζονται με βάση το πραγματικό διαθέσιμο εισόδημα και τις ανάγκες διαβίωσης της οικογένειας; Γιατί να μην προβλέπεται ουσιαστική αναστολή της αναγκαστικής εκτέλεσης όσο εξετάζεται καλόπιστα μια εφαρμόσιμη λύση; Και γιατί να μη διαγράφεται μέρος μιας οφειλής όταν αποδεικνύεται ότι είναι αντικειμενικά αδύνατο να αποπληρωθεί, αντί να διαιωνίζεται ένα χρέος που καταλήγει να απειλεί την κατοικία χωρίς να εξασφαλίζει ούτε την πραγματική αποπληρωμή του;

Ανάλογες αλλαγές απαιτούνται και για τα χρέη προς την Εφορία και τα ασφαλιστικά ταμεία. Οι ρυθμίσεις πρέπει να προσαρμόζονται στις πραγματικές δυνατότητες του οφειλέτη, να μην καταρρέουν με την πρώτη οικονομική δυσκολία και να επιτρέπουν την επανένταξή του όταν μια προσωρινή αδυναμία τον βγάζει εκτός προγράμματος. Η εξέταση άλλων περιουσιακών στοιχείων, η αξιολόγηση της οικονομικής κατάστασης και η αναζήτηση εναλλακτικών λύσεων πρέπει να αποτελούν υποχρεωτικά στάδια πριν από κάθε διαδικασία που απειλεί την πρώτη κατοικία.

Ο εξωδικαστικός μηχανισμός και οι υφιστάμενες ρυθμίσεις δεν αρκούν ως απάντηση, όταν ο πολίτης εξακολουθεί να χρειάζεται να αντιμετωπίσει μια πολύπλοκη διαδικασία χωρίς εγγύηση ότι θα προκύψει μια δόση που μπορεί πράγματι να πληρώνει. Η ύπαρξη ενός θεσμού δεν αποδεικνύει από μόνη της ότι το πρόβλημα λύθηκε. Το κριτήριο είναι αν ο οφειλέτης μπορεί να κρατήσει το σπίτι του και να εξυπηρετήσει το χρέος του, όχι αν συμπλήρωσε σωστά μια αίτηση ή αν πληροί τυπικά τις προϋποθέσεις ενός μηχανισμού.

Αυτή είναι η πραγματική πολιτική ευθύνη της κυβέρνησης: να πάψει να αντιμετωπίζει την προστασία της πρώτης κατοικίας ως δευτερεύουσα παράμετρο της εισπρακτικής πολιτικής και να θεσπίσει ένα ενιαίο, δεσμευτικό πλαίσιο κοινωνικής προστασίας για οφειλές προς το Δημόσιο, τις τράπεζες και τα funds. Με προηγούμενο έλεγχο της περιουσιακής κατάστασης, υποχρεωτική πρόταση βιώσιμης ρύθμισης, δυνατότητα επαναγοράς δανείων με διαφανείς όρους και αναστολή των πλειστηριασμών όταν βρίσκεται σε εξέλιξη μια ουσιαστική διαδικασία διευθέτησης.

Η απόφαση του ΣτΕ δεν πρέπει να αποτελέσει άλλοθι για την αδράνεια της Πολιτείας. Πρέπει να γίνει αφετηρία για αλλαγές που θα εφαρμόζονται πριν ο πολίτης βρεθεί μπροστά στην πόρτα του δικαστηρίου, με το σπίτι του ήδη σε κίνδυνο. Γιατί η πρώτη κατοικία δεν είναι απλώς ένα περιουσιακό στοιχείο στον ισολογισμό μιας τράπεζας, ενός fund ή του Δημοσίου. Είναι το σπίτι μιας οικογένειας.

Έπειτα από τόσα χρόνια κατασχέσεων και πλειστηριασμών «επί δικαίων και αδίκων», η Πολιτεία οφείλει να επιλέξει αν θα συνεχίσει να αντιμετωπίζει την αδυναμία πληρωμής με την απειλή της έξωσης ή αν θα θεσπίσει κανόνες που επιτρέπουν τη ρύθμιση των χρεών χωρίς κοινωνική εξόντωση. Η προστασία της πρώτης κατοικίας δεν μπορεί να εξαρτάται από το ποιος θα προλάβει να προσφύγει στη Δικαιοσύνη. Πρέπει να αποτελεί υποχρέωση της Πολιτείας και απαράβατο όριο για κάθε διαδικασία είσπραξης οφειλών.