Η μετάβαση στα έξυπνα νοικοκυριά συνδέεται συχνά με την αντικατάσταση των απλών λαμπτήρων από smart συσκευές φωτισμού. Τα συστήματα αυτά υπόσχονται απομακρυσμένο έλεγχο μέσω Wi-Fi ή Bluetooth και σημαντική μείωση στην κατανάλωση ρεύματος.
Σύμφωνα με στοιχεία του αμερικανικού υπουργείου Ενέργειας, η τεχνολογία αυτή μπορεί να προσφέρει αισθητή εξοικονόμηση στους λογαριασμούς κοινής ωφέλειας, αλλά κρύβει σημαντικά μειονεκτήματα που καθιστούν τους παραδοσιακούς λαμπτήρες μια πιο πρακτική επιλογή.
Tα τέσσερα μειονεκτήματα που πρέπει να συνυπολογίσουν οι καταναλωτές
Πρώτον, το αρχικό κόστος απόκτησης είναι εξαιρετικά υψηλό. Ενώ ένας τυπικός λαμπτήρας LED ευρείας κατανάλωσης κοστίζει ελάχιστα ευρώ, ένας αντίστοιχος έξυπνος λαμπτήρας μπορεί να ξεπεράσει τα 20 έως 40 ευρώ, ειδικά αν προσφέρει δυνατότητες αλλαγής χρωμάτων.
Δεύτερον, τίθεται θέμα αξιοπιστίας και σταθερότητας. Οι έξυπνοι λαμπτήρες βασίζονται σε τοπικά ασύρματα δίκτυα (Wi-Fi, Zigbee, Matter) ή κεντρικούς κόμβους (hubs). Τυχόν διακοπή του διαδικτύου, πτώση του σήματος ή τεχνικό πρόβλημα στις πλατφόρμες διαχείρισης (όπως οι διακοπές λειτουργίας σε δημοφιλείς ψηφιακούς βοηθούς) αφήνουν τις συσκευές εκτός σύνδεσης. Αντίθετα, οι συμβατικοί λαμπτήρες λειτουργούν αδιάλειπτα όσο υπάρχει παροχή ρεύματος.
Τρίτον, η σύνδεση κάθε νέας συσκευής στο διαδίκτυο εγκυμονεί κινδύνους κυβερνοασφάλειας και παραβίασης ιδιωτικότητας. Ένας ανεπαρκώς προστατευμένος έξυπνος λαμπτήρας μπορεί να αποτελέσει πύλη εισόδου για κακόβουλο λογισμικό στο οικιακό δίκτυο, παρέχοντας πρόσβαση σε ευαίσθητα προσωπικά δεδομένα. Παράλληλα, οι κατασκευαστές συλλέγουν δεδομένα χρήσης και μοτίβα συμπεριφοράς.
Τέλος, η υπερβολική εξάρτηση από την ψηφιακή τεχνολογία δημιουργεί κορεσμό στους καταναλωτές. Η προσθήκη δεκάδων συσκευών επιβαρύνει το εύρος ζώνης (bandwidth) του οικιακού Wi-Fi χωρίς ουσιαστικό λόγο. Για μια τόσο βασική λειτουργία όπως ο φωτισμός, η απλότητα των παραδοσιακών λύσεων συνεχίζει να υπερέχει.
Πηγή: bgr.com






