Γιάννης Τριήρης: Οι αυξήσεις της απληστίας και οι μειώσεις της κοροϊδίας

Γιάννης Τριήρης: Οι αυξήσεις της απληστίας και οι μειώσεις της κοροϊδίας
Τρίτη, 25/08/2026 - 08:00

Η κυβέρνηση πανηγυρίζει για τη νέα «Εθνική Πρωτοβουλία Μείωσης Τιμών». Ο υπουργός Ανάπτυξης Τάκης Θεοδωρικάκος ανακοίνωσε ότι 850 κωδικοί προϊόντων έχουν ήδη ενταχθεί στο μέτρο, με τη μέση μείωση να φτάνει περίπου το 7%. Συμμετέχουν 62 προμηθευτές και 10 αλυσίδες σούπερ μάρκετ, ενώ η λίστα μεγαλώνει καθημερινά.

Ωραία. Αλλά υπάρχει ένα ερώτημα πολύ πιο ουσιαστικό από το αν το 7% είναι πραγματικά 7% και από ποια ακριβώς τιμή υπολογίζεται.

Αφού σήμερα οι επιχειρήσεις μπορούν να μειώσουν τις τιμές τους, χωρίς προφανώς να αποφασίζουν να πουλήσουν με ζημία, γιατί δεν τις μείωσαν νωρίτερα; Και, κυρίως, γιατί χρειάστηκε να προηγηθεί ένα τεράστιο κύμα ανατιμήσεων για να φτάσουμε σήμερα να πανηγυρίζουμε για μειώσεις;

Εδώ ακριβώς βρίσκεται η μεγάλη αντίφαση.

Για χρόνια ο καταναλωτής άκουγε ότι οι αυξήσεις ήταν περίπου «αναπόφευκτες». Πόλεμος, ενέργειακή κρίση, μεταφορικά, πρώτες ύλες, διεθνείς κρίσεις, εφοδιαστική αλυσίδα. Κάθε φορά υπήρχε και μια εξήγηση για το γιατί το ίδιο προϊόν στο ράφι κόστιζε περισσότερο.

Και τώρα, ξαφνικά, βρίσκονται περιθώρια για μειώσεις.

Οι επιχειρήσεις δεν έγιναν ξαφνικά φιλανθρωπικά ιδρύματα. Αν μια εταιρεία μπορεί σήμερα να μειώσει την τιμή ενός προϊόντος κατά 7% και να συνεχίσει να το διαθέτει στην αγορά, αυτό σημαίνει τουλάχιστον ότι η προηγούμενη τιμή περιείχε περιθώριο που επέτρεπε τη μείωση. Και τότε προκύπτει το πραγματικό ερώτημα:

Πόσες από τις προηγούμενες αυξήσεις ήταν πραγματικά αναπόφευκτες και πόσες ήταν αποτέλεσμα της «ακρίβειας της απληστίας»;

Η κυβέρνηση δεν μπορεί να εμφανίζεται σήμερα ως ο σωτήρας από μια ακρίβεια απέναντι στην οποία επί χρόνια περιορίστηκε σε ρόλο παρατηρητή.

Δεν αρκεί να λες στον πολίτη ότι «οι τιμές μειώνονται». Ο πολίτης έχει μνήμη. Θυμάται πόσο πλήρωνε πριν από τις αλλεπάλληλες ανατιμήσεις. Θυμάται πόσο πληρώνει σήμερα. Και κυρίως θυμάται ότι οι τιμές ανέβαιναν επί χρόνια πολύ ταχύτερα από όσο αυξάνονταν τα εισοδήματά του.

Ακόμη και αν δεχθούμε ως πραγματική τη μέση μείωση 7%, αυτή δεν αποτελεί από μόνη της αποκατάσταση της αγοραστικής δύναμης. Είναι μια μείωση πάνω σε μια ήδη διογκωμένη τιμή.

Αν ένα προϊόν κόστιζε 10 ευρώ, ανέβηκε στα 13 ευρώ και σήμερα μειώνεται κατά 7%, η νέα τιμή είναι 12,09 ευρώ. Δηλαδή ο καταναλωτής εξακολουθεί να πληρώνει περίπου 21% περισσότερο από τα 10 ευρώ που πλήρωνε αρχικά.

Αυτό είναι το απλό μαθηματικό πρόβλημα που δεν λύνεται με κυβερνητικούς πανηγυρισμούς.

Και υπάρχει και κάτι ακόμη πιο σημαντικό.

Γιατί χρειάστηκε να φτάσουμε στο 2026 για να ζητηθούν μειώσεις;

Γιατί όχι όταν οι ανατιμήσεις άρχισαν να ξεφεύγουν; Γιατί όχι όταν η ακρίβεια άρχισε να τσακίζει τα νοικοκυριά; Γιατί όχι όταν οι καταναλωτές άρχισαν να περιορίζουν ακόμη και βασικές αγορές;

Εκεί θα κρινόταν η αποτελεσματικότητα της πολιτικής προστασίας του καταναλωτή: στην πρόληψη της υπερβολικής αύξησης των τιμών, όχι στην πανηγυρική ανακοίνωση μιας μείωσης αρκετά χρόνια αργότερα.

Και το ακόμη πιο αποκαλυπτικό είναι ότι η ίδια η κυβέρνηση προειδοποιεί τώρα για νέες πληθωριστικές πιέσεις από το πετρέλαιο και τη διεθνή γεωπολιτική κατάσταση.

Δηλαδή, αφού πρώτα οι πολίτες πλήρωσαν τις προηγούμενες αυξήσεις, τώρα καλούνται να χειροκροτήσουν για μια περιορισμένη αποκλιμάκωση και ταυτόχρονα να προετοιμαστούν για τον επόμενο γύρο ανατιμήσεων.

Αυτό δεν είναι σχέδιο αντιμετώπισης της ακρίβειας. Είναι διαχείριση των συνεπειών της ακρίβειας.

Η πραγματική επιτυχία θα ήταν να μπορούσε η κυβέρνηση να πει κάτι πολύ απλούστερο: «Οι τιμές επιστρέφουν στα επίπεδα που βρίσκονταν πριν από το κύμα των μεγάλων ανατιμήσεων».

Αυτό θα ήταν ουσιαστική ελάφρυνση.

Μια μέση μείωση 7% σε 850 κωδικούς είναι ασφαλώς καλύτερη από καμία μείωση. Αλλά δεν μπορεί να μετατρέπεται σε κυβερνητικό θρίαμβο. Γιατί πίσω από το 7% υπάρχει ένα πολύ μεγαλύτερο ποσοστό αυξήσεων που προηγήθηκε.

Και τελικά αυτό είναι το ερώτημα που πρέπει να απαντήσει η κυβέρνηση:

Αν οι τιμές μπορούσαν να πέσουν σήμερα, γιατί άφησε τους καταναλωτές να πληρώνουν τόσο ακριβά χθες;

Γιατί εκεί βρίσκεται η ουσία της ακρίβειας.

Όχι στο αν σήμερα μειώθηκε λίγο η τιμή.

Αλλά στο πόσο ανέβηκε προηγουμένως και γιατί κανείς δεν σταμάτησε την κούρσα.

Τελευταία τροποποίηση στις 25/08/2026 - 08:04