Σύμφωνα με τα στατιστικά στοιχεία της αιολικής ενέργειας το 2025 στην Ελλάδα που δημοσίευσε χθες η ΕΛΕΤΑΕΝ, η συνολική αιολική ισχύς που είναι συνδεδεμένη στο δίκτυο ανήλθε σε 5.695 MW, καταγράφοντας ετήσια αύξηση 6,4% σε σχέση με το τέλος του 2024. Κατά τη διάρκεια του έτους συνδέθηκαν στο Σύστημα 76 νέες ανεμογεννήτριες, συνολικής αποδιδόμενης ισχύος 340 MW, που αντιστοιχούν σε επενδύσεις άνω των 420 εκατ. ευρώ.
Μετά τη σημαντική κάμψη που είχε προηγηθεί το 2024, ο ρυθμός των νέων εγκαταστάσεων επανήλθε το 2025 κοντά στον μέσο όρο της τελευταίας δεκαετίας, επιβεβαιώνοντας την ανθεκτικότητα του κλάδου σε ένα περιβάλλον αυξημένων διοικητικών απαιτήσεων και καθυστερήσεων στην αδειοδοτική και υλοποιητική διαδικασία.
Την ίδια στιγμή, ωστόσο, τα στοιχεία αναδεικνύουν το διαρθρωτικό πρόβλημα των καθυστερήσεων στην υλοποίηση ώριμων έργων. Από τα 1.592 MW αιολικών πάρκων που έχουν επιλεγεί μέσω των διαγωνισμών της ΡΑΕ την περίοδο 2018–2022, μόλις 852,4 MW, δηλαδή το 53,5%, είχαν τεθεί σε λειτουργία έως το τέλος του 2025, αφήνοντας περισσότερα από 740 MW εκτός συστήματος. «Οι καθυστερήσεις αυτές δεν είναι χωρίς συνέπειες. Η τιμή αποζημίωσης των αιολικών πάρκων που έχουν επιλεγεί σε διαγωνισμούς και δεν έχουν υλοποιηθεί ακόμα είναι πολύ μικρότερη από το κόστος παραγωγής από φυσικό αέριο ή λιγνίτη. Τα αιολικά αυτά έργα, συνολικής ισχύος πάνω 740 MW, εάν είχαν ολοκληρωθεί έγκαιρα, θα πρόσφεραν περισσότερη φθηνή ενέργεια και μόνιμη ανακούφιση στους Έλληνες καταναλωτές και την εθνική οικονομία» αναφέρει στην ανακοίνωσή της η ΕΛΕΤΑΕΝ.
Κατά τη διάρκεια του 2025, η ωριαία διείσδυση της αιολικής ισχύος άγγιξε το 97,2%, ενώ για 212 ώρες του έτους η συνολική συμμετοχή αιολικών και φωτοβολταϊκών κάλυψε ή και υπερέβη το 100% της ζήτησης. Παρά τα επίπεδα αυτά, το Σύστημα ανταποκρίθηκε χωρίς να καταγραφούν προβλήματα ευστάθειας ή ασφάλειας.
Σε επίπεδο γεωγραφικής κατανομής, η Στερεά Ελλάδα διατηρεί την πρώτη θέση στις αιολικές εγκαταστάσεις, φιλοξενώντας συνολική ισχύ 2.466 MW, που αντιστοιχεί στο 43,3% της εγκατεστημένης αιολικής ισχύος στη χώρα. Ακολουθεί η Πελοπόννησος με 790 MW (13,9%) και η Ανατολική Μακεδονία – Θράκη με 535 MW (9,4%), επιβεβαιώνοντας τη συγκέντρωση σημαντικού μέρους των αιολικών έργων σε συγκεκριμένες γεωγραφικές ζώνες με υψηλό αιολικό δυναμικό.
Σε ό,τι αφορά την επόμενη περίοδο, τα στοιχεία δείχνουν ότι η αιολική ισχύς που είναι συνδεδεμένη στο δίκτυο αναμένεται να ενισχυθεί σημαντικά εντός των επόμενων 18 μηνών. Στο τέλος του 2025 βρίσκονταν υπό κατασκευή ή είχαν ήδη συμβολαιοποιηθεί αιολικά πάρκα συνολικής ισχύος άνω των 1,1 GW, η συντριπτική πλειονότητα των οποίων εκτιμάται ότι θα συνδεθεί στο Σύστημα εντός του ενάμιση έτους.
Παράλληλα, επιπλέον περίπου 200 MW αιολικών έργων έχουν επιλεγεί μέσω διαγωνισμών, έχουν καταθέσει τις προβλεπόμενες εγγυητικές επιστολές καλής εκτέλεσης, χωρίς ωστόσο να εντάσσονται ακόμη στις κατηγορίες των έργων υπό κατασκευή ή συμβολαιοποιημένων. Εφόσον οι διαδικασίες υλοποίησης προχωρήσουν σύμφωνα με τον σχεδιασμό, η συνολική αιολική ισχύς που θα είναι συνδεδεμένη στο Ελληνικό Διασυνδεδεμένο Σύστημα αναμένεται να ξεπεράσει τα 6,5 GW εντός της επόμενης περιόδου.
Ως προς τη διάρθρωση της αγοράς, την πρώτη πεντάδα των επενδυτών στην αιολική ενέργεια διαμορφώνουν η ΤΕΡΝΑ Ενεργειακή με εγκατεστημένη ισχύ 1.034 MW, που αντιστοιχεί σε μερίδιο 18,2%, η MORE με 774 MW (13,6%), η Iberdrola Rokas με 409 MW (7,2%), η Principia με 368 MW (6,5%) και η ΔΕΗ Ανανεώσιμες με 319 MW (5,6%).
Ακολουθούν, με μικρότερα αλλά υπολογίσιμα μερίδια, διεθνείς και εγχώριοι όμιλοι όπως η Total Energies, η EDF, η METLEN, η Jasper Energy, η Cubico και η Quantum Energy Partners, συνθέτοντας ένα μίγμα επενδυτών που συνδυάζει ισχυρή εγχώρια παρουσία και έντονο διεθνή χαρακτήρα.




