Στους στόχους και τα επόμενα βήματα της HelleniQ Upstream, επιχειρηματικό βραχίονα της HelleniQ Energy που δραστηριοποιείται στην έρευνα και εκμετάλλευση υδρογονανθράκων αναφέρθηκε ο Διευθύνων Σύμβουλος της HelleniQ Upstream, κ. Τάσος Βλασσόπουλος μιλώντας σε πάνελ για τις γεωπολιτικές ισορροπίες και τις έρευνες για εκμετάλλευση κοιτασμάτων που συντόνισε ο Αλέξανδρος Κόντης, Αρχισυντάκης του Real Group.
Όπως είπε, η εταιρεία, διαθέτει σήμερα 6 άδειες και συνεργάζεται με την Energean και την ExxonMobil ενώ σύντομα αναμένεται η έναρξη 4 νέων αδειών σε συνεργασία με τη Chevron: δύο νότια της Κρήτης και δύο νότια της Πελοποννήσου. «Βρισκόμαστε εν αναμονή της επίσημης χορήγησης των αδειών και, μόλις καταστούμε πλήρως λειτουργικοί, θα υπάρξει στενή συνεργασία με την ελληνική κυβέρνηση, την ΕΔΕΥΕΠ και τους εταίρους μας για την υλοποίηση του προγράμματος» σημείωσε προσθέτοντας πως «είμαστε ουσιαστικά στην αρχή ενός νέου ταξιδιού για το ελληνικό πρόγραμμα έρευνας στις τέσσερις αυτές περιοχές».
Ερωτώμενος για τους γεωπολιτικούς κινδύνους στην Ανατολική Μεσόγειο σημείωσε πως οι άδειες χορηγούνται από το ελληνικό κράτος και αποτελεί δική του αρμοδιότητα η διασφάλισή τους ενώ σημείωσε πως οι εταιρείες που συμμετέχουν έχουν λάβει τις επενδυτικές τους αποφάσεις κατόπιν των δικών τους αναλύσεων και αξιολογήσεων.
Στις διαφορετικές διαστάσεις της συμφωνίας συνεργασίας με την ExxonMobil αναφέρθηκε από την πλευρά της η Δρ. Κατερίνα Σάρδη, Γενική Διευθύντρια της Energean Oil & Gas. Όπως σημείωσε, η συμμετοχή ενός παγκόσμιου ενεργειακού κολοσσού όπως η ExxonMobil αποτελεί ισχυρή ένδειξη εμπιστοσύνης στις γεωλογικές προοπτικές της περιοχής και στις δυνατότητες των εταίρων που δραστηριοποιούνται στην Ελλάδα. Παράλληλα, σύμφωνα με την ίδια, η συνεργασία αυτή επιτυγχάνει ουσιαστικό επιμερισμό του κινδύνου.
Σε περίπτωση ανακάλυψης υδρογονανθράκων, το ελληνικό κράτος έχει μερίδιο στο αποτέλεσμα, ωστόσο το ιδιαίτερα υψηλό κόστος της έρευνας και οι εγγενείς τεχνικοί κίνδυνοι αναλαμβάνονται εξ ολοκλήρου από τις εταιρείες. Πρόκειται, επομένως, για μια πρωτοβουλία μεγάλης στρατηγικής σημασίας την ώρα που η Ελλάδα δεν έχουν πραγματοποιηθεί υπεράκτιες έρευνες εδώ και περίπου τέσσερις δεκαετίες και επανέρχεται δυναμικά στο στάδιο της σεισμικής έρευνας 2D, σηματοδοτώντας μια νέα εποχή για τον τομέα.
Επιπρόσθετα τόνισε ότι η συνεργασία αυτή αναδεικνύει την ευθυγράμμιση ρόλων και εξειδίκευσης μεταξύ των εταίρων, καθώς και την καλή κατανόηση των επιχειρησιακών πτυχών του έργου. Ουσιαστικά, περνάμε από το στάδιο της ιδέας και του σχεδιασμού στο στάδιο της υλοποίησης ανέφερε η κυρία Σάρδη τονίζοντας ότι επόμενο κρίσιμο βήμα είναι η υλοποίηση της ερευνητικής γεώτρησης, η οποία ενδέχεται να πραγματοποιηθεί έως το τέλος του έτους ή στις αρχές του 2027.
Σε ό,τι αφορά τους γεωπολιτικούς κινδύνους, ειδικά για το Οικόπεδο 2, υπογράμμισε ότι δεν υφίσταται τέτοιο ζήτημα, καθώς πρόκειται για οριοθετημένη ζώνη. Στο πλαίσιο αυτό, εξήγησε, ακόμη και στην περίπτωση ανακάλυψης κοιτάσματος που εκτείνεται μεταξύ δύο κρατών-μελών της Ευρωπαϊκής Ένωσης, το ισχύον ευρωπαϊκό νομικό πλαίσιο διασφαλίζει μια απολύτως θεσμική και σταθερή προοπτική συνεργασίας, καθιστώντας την περιοχή ιδανική αφετηρία για την επόμενη φάση ανάπτυξης.
«Τα τελευταία χρόνια έχει πραγματοποιηθεί εξαιρετικά σημαντική δουλειά, με μεγάλες επενδύσεις υψηλού ρίσκου. Εφόσον αυτές οι προσπάθειες ευοδωθούν, τα οφέλη θα είναι συλλογικά» σημείωσε ο Αριστοφάνης Στεφάτος, Διευθύνων Σύμβουλος της Ελληνικής Διαχειριστικής Εταιρείας Υδρογονανθράκων και Ενεργειακών Πόρων (ΕΔΕΥΕΠ).
Όπως ανέφερε βρισκόμαστε μπροστά στην πρώτη έρευνα σε βαθιά ύδατα στη χώρα και, ενδεχομένως, στην πρώτη ανακάλυψη θαλάσσιου κοιτάσματος σε μεγάλα βάθη συμπληρώνοντας πως αντίθεση με το παρελθόν, όπου οι έρευνες πραγματοποιούνταν σχεδόν «στα τυφλά», σήμερα βασίζονται σε σύγχρονα επιστημονικά δεδομένα και τεχνολογίες. Μιλώντας για τα τεχνικά χαρακτηριστικά των οικοπέδων με ερευνητικό ενδιαφέρον σημείωσε πως στη βορειοδυτική Ελλάδα τα βάθη φθάνουν περίπου στα 900 μέτρα ενώ νοτιότερα αγγίζουν τα 3.000 μέτρα. «Πρόκειται για μια τεράστια τεχνική πρόκληση που μόνο λίγες εταιρείες παγκοσμίως διαθέτουν την τεχνογνωσία και τα μέσα να αντιμετωπίσουν» ανέφερε.
«Η Τουρκία θα αλλάξει στάση μόνο εφόσον καταστεί σαφές ότι αυτές οι πρακτικές δεν γίνονται αποδεκτές» σημείωσε από την πλευρά του ο Μιχάλης Μαθιουδάκης, Ακαδημαϊκός Διευθυντής του Ελληνικού Ενεργειακού Forum. Όπως σημείωσε, αναφερόμενος στις συνεργασίες με αμερικανικές εταιρείες, παρά τη σημασία τους, δεν πρέπει να συγχέουμε τον ρόλο τους.
«Η προστασία των κυριαρχικών μας δικαιωμάτων και η άσκηση της εξωτερικής πολιτικής αποτελούν αποκλειστική ευθύνη του ελληνικού κράτους και όχι των εταιρειών» υπογράμμισε τονίζοντας πως η παρουσία διεθνών ενεργειακών ομίλων δεν υποκαθιστά το κράτος αλλά αποδεικνύει ότι εμπιστεύονται το ελληνικό θεσμικό πλαίσιο και τη σταθερότητα της χώρας, καθώς και ότι θεωρούν πως, σε περίπτωση οποιασδήποτε πρόκλησης, το κράτος θα διασφαλίσει την απρόσκοπτη συνέχιση των δραστηριοτήτων τους.
«Δική μας υποχρέωση είναι να τιμήσουμε αυτή την εμπιστοσύνη» ανέφερε τονίζοντας πως η έρευνα και αξιοποίηση υδρογονανθράκων ενισχύει την ενεργειακή ασφάλεια της χώρας και, σε περίπτωση σημαντικών ανακαλύψεων, μπορεί να αποτελέσει μια ισχυρή ασπίδα απέναντι σε εξωτερικές πιέσεις. Ταυτόχρονα, δημιουργεί προϋποθέσεις θετικής και σταθεροποιητικής επίδρασης στην ευρύτερη περιοχή, προς όφελος της μελλοντικής ανάπτυξης όλων.






