Γιάννης Τριήρης: Είναι η οικονομία και … πολλά ακόμη, ανόητε

Γιάννης Τριήρης: Είναι η οικονομία και … πολλά ακόμη, ανόητε
Τρίτη, 22/09/2026 - 08:08

Για τον Κυριάκο Μητσοτάκη δεν ισχύει πλέον μόνο το περίφημο «είναι η οικονομία, ανόητε» του Τζέιμς Κάρβιλ, του Αμερικανού στρατηγικού συμβούλου που το έκανε σύνθημα της εκστρατείας του Μπιλ Κλίντον το 1992.

Για την κυβέρνηση Μητσοτάκη είναι βέβαια μεγάλο πρόβλημα η ακρίβεια και η φτωχοποίηση μεγάλων τμημάτων της κοινωνίας, η στέγη που έχει γίνει είδος πολυτελείας. Είναι όμως και τα σκάνδαλα, οι απευθείας αναθέσεις, οι υποθέσεις που αφήνουν βαριά σκιά, οι αντιπαραθέσεις για το κράτος δικαίου και, πάνω απ' όλα, ένα ύφος εξουσίας που ύστερα από επτά χρόνια αρχίζει να μοιάζει περισσότερο με αλαζονεία παρά με αυτοπεποίθηση.

Με λίγα λόγια, έχουν μαζευτεί πολλά ράμματα για τη γούνα της κυβέρνησης.

Η χθεσινή δημοσκόπηση της ALCO μπορεί να κρατά τη Νέα Δημοκρατία στην πρώτη θέση της πρόθεσης ψήφου, όμως στο ερώτημα για τη συνέχεια της διακυβέρνησης η εικόνα είναι πολύ διαφορετική: δύο στους τρεις ζητούν αλλαγή και μόλις ένας στους τέσσερις θέλει τρίτη θητεία Μητσοτάκη.

Και αυτό είναι ένα εύρημα που δύσκολα προσπερνάται, καθώς άλλωστε είναι επαναλαμβανόμενο και σε προηγούμενες δημοσκοπήσεις άλλων εταιρειών.

Η οικονομία είναι ασφαλώς το μεγαλύτερο μέτωπο. Όταν ο μισθός τελειώνει πριν τελειώσει ο μήνας, όταν το σούπερ μάρκετ έχει γίνει καθημερινός υπολογισμός κόστους και όταν η στέγη απορροφά όλο και μεγαλύτερο μέρος του εισοδήματος, οι κυβερνητικές αναφορές στους μακροοικονομικούς δείκτες ακούγονται όλο και πιο μακριά από την πραγματικότητα της καθημερινότητας.

Και η ALCO όπως και οι άλλες εταιρείες δημοσκοπήσεων το αποτυπώνουν καθαρά: περισσότεροι από οκτώ στους δέκα θεωρούν ότι τα μέτρα της ΔΕΘ τους ωφελούν λίγο ή καθόλου, ενώ επίσης περίπου οκτώ στους δέκα λένε το ίδιο για την κυβερνητική πρωτοβουλία μείωσης των τιμών, ότι ήταν χωρίς αποτέλεσμα.

Όμως ο Μητσοτάκης δεν έχει απέναντί του μόνο την οικονομία.

Έχει τη φθορά μιας κυβέρνησης που βρίσκεται ήδη επτά χρόνια στην εξουσία. Έχει την καχυποψία που έχουν δημιουργήσει σειρά υποθέσεων και σκανδάλων. Έχει τη συζήτηση για τις απευθείας αναθέσεις και τη διαχείριση του δημόσιου χρήματος. Έχει τις επίμονες αντιπαραθέσεις για τους θεσμούς και το κράτος Δικαίου.

Και έχει κάτι ακόμη, που δεν αποτυπώνεται εύκολα σε έναν πίνακα: το αλαζονικό ύφος της εξουσίας.

Η αίσθηση ότι το Μέγαρο Μαξίμου μιλά περισσότερο προς τους δείκτες παρά προς τους ανθρώπους. Ότι απέναντι στην κριτική υψώνει άμυνες αντί να ανοίγει διάλογο. Ότι κάθε δυσάρεστη υπόθεση αντιμετωπίζεται πρώτα επικοινωνιακά και μετά πολιτικά. Ότι η κυβέρνηση έχει συνηθίσει τόσο πολύ να βρίσκεται στο τιμόνι, ώστε δυσκολεύεται πλέον να αντιληφθεί πόσο έχει μεγαλώσει η απόσταση από το σύνολο σχεδόν της κοινωνίας.

Η ίδια δημοσκόπηση καταγράφει και τη μεγάλη απόσταση ανάμεσα στην κυβερνητική εικόνα και την κοινωνική αξιολόγηση: μόλις ένας στους πέντε δηλώνει πολύ ή αρκετά ικανοποιημένος από την κυβερνητική απόδοση, ενώ σχεδόν έξι στους δέκα δηλώνουν καθόλου ικανοποιημένοι.

Εδώ βρίσκεται το πραγματικό πολιτικό πρόβλημα.

Δεν αρκεί μια κυβέρνηση να παρουσιάζει ανάπτυξη, επενδύσεις και οικονομικούς δείκτες. Πρέπει ο πολίτης να αισθάνεται ότι η ζωή του βελτιώνεται. Να μπορεί να πληρώσει το νοίκι, να γεμίσει το καλάθι του σούπερ μάρκετ, να αντιμετωπίσει τους λογαριασμούς και να βλέπει αποτέλεσμα στην καθημερινότητά του.

Γιατί στο τέλος της ημέρας πολιτική δεν είναι η άποψη του Μαξίμου. Είναι η ζωή των ανθρώπων.

Και όσο μεγαλώνει η απόσταση ανάμεσα στην κυβερνητική εικόνα για το έργο της και στην εικόνα που έχει η κοινωνία για τη δική της ζωή, τόσο δυσκολότερο γίνεται να καλυφθεί το κενό με επικοινωνιακές καμπάνιες.

Ο λογαριασμός για τον Μητσοτάκη, λοιπόν, δεν είναι μόνο οικονομικός. Είναι λογαριασμός φθοράς, κοινωνικής κόπωσης και θεσμικής δυσπιστίας, όπως οι ίδιοι οι πολίτες δηλώνουν.