Η πρόσφατη κίνηση του Ντόναλντ Τραμπ να καλέσει τον Κυριάκο Μητσοτάκη στο λεγόμενο «Συμβούλιο Ειρήνης» θέτει την Αθήνα ενώπιον ενός ιστορικού διλήμματος, όπου το επικοινωνιακό δέλεαρ συγκρούεται μετωπικά με την εθνική στρατηγική επιβίωσης εντός της ευρωπαϊκής οικογένειας.
Είναι προφανές ότι για το Μέγαρο Μαξίμου, η εικόνα του Κυριάκου Μητσοτάκη να συνομιλεί επιτέλους με τον αμφιλεγόμενο πλανητάρχη, την ώρα που οι ισχυροί της Ευρώπης κρατούν αποστάσεις, φαντάζει ως ευκαιρία για εσωτερική κατανάλωση.
Η αγωνία της κυβέρνησης να αποδείξει ότι η Ελλάδα «αναβαθμίζεται» και ότι ο Τραμπ την «υπολογίζει» ως προνομιακό συνομιλητή, κινδυνεύει να μετατραπεί σε μια διπλωματική αυταπάτη με βαρύ κόστος. Στην πραγματικότητα, η πρόσκληση αυτή δεν είναι πιστοποιητικό ισχύος, αλλά ένα κάλεσμα συμμετοχής σε έναν μηχανισμό που οι Βρυξέλλες, το Παρίσι και το Βερολίνο αντιμετωπίζουν με βαθύτατη καχυποψία και θεσμική αποστροφή.
Το «Συμβούλιο Ειρήνης» δεν είναι μια ειρηνευτική πρωτοβουλία με την παραδοσιακή έννοια. Είναι μια παράλληλη δομή που επιχειρεί να υποσκάψει τα θεμέλια του Οργανισμού Ηνωμένων Εθνών και να αντικαταστήσει το διεθνές δίκαιο με τη συναλλακτική διπλωματία του "transactionalism". Όταν η Ευρωπαϊκή Ένωση σύσσωμη –με ελάχιστες εξαιρέσεις όπως η Ουγγαρία του Όρμπαν– αποδοκιμάζει το εγχείρημα, η Αθήνα δεν μπορεί να παλινδρομεί.
Μια ενδεχόμενη συμμετοχή του Κυριάκου Μητσοτάκη, έστω και με το πρόσχημα της «διαμεσολάβησης» ή της «ανοικοδόμησης της Γάζας», θα εξέπεμπε το λάθος σήμα, πως η Ελλάδα είναι ο αδύναμος κρίκος της ευρωπαϊκής ενότητας, πρόθυμη να προσφέρει νομιμοποίηση σε έναν αμφιλεγόμενο θεσμό με αντάλλαγμα λίγα λεπτά επικοινωνιακής λάμψης, για εσωτερική κατανάλωση.
Οι κίνδυνοι είναι κάτι παραπάνω από ορατοί. Η Ελλάδα, ως εκλεγμένο μέλος του Συμβουλίου Ασφαλείας του ΟΗΕ, οφείλει να είναι ο θεματοφύλακας της πολυμέρειας και όχι ο υπονομευτής της. Η ταύτιση με ένα σχήμα που δίνει υπερεξουσίες σε έναν και μόνο ηγέτη και που απαιτεί «εισιτήριο» δισεκατομμυρίων για τη συμμετοχή, έρχεται σε πλήρη αντίθεση με τις αξίες που η χώρα μας επικαλείται στις διεθνείς της σχέσεις. Επιπλέον, η απομόνωση από τον σκληρό πυρήνα της Ευρώπης σε μια στιγμή που η γηραιά ήπειρος αναζητά κοινή άμυνα απέναντι στις πιέσεις της Ουάσιγκτον, θα ήταν ένα στρατηγικό σφάλμα που η ελληνική διπλωματία θα έβρισκε μπροστά της στο μέλλον.
Ο πρωθυπουργός οφείλει να αντισταθεί στον πειρασμό της «προσωπικής διπλωματίας» και του επικοινωνιακού εντυπωσιασμού. Η πραγματική ισχύς της Ελλάδας δεν πηγάζει από την εγγύτητά της στον Λευκό Οίκο του Τραμπ, αλλά από την αξιοπιστία της ως θεσμικού εταίρου εντός της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Οποιαδήποτε κίνηση που θα μας εμφάνιζε ως «Δούρειο Ίππο» του τραμπισμού στην Ευρώπη, θα ήταν μια ολέθρια επιλογή. Η ειρήνη στη Μέση Ανατολή είναι πολύ σοβαρή υπόθεση για να χρησιμοποιείται ως πρόσχημα για φωτογραφίες στο Οβάλ Γραφείο, και η θέση της Ελλάδας είναι δίπλα στους εταίρους της, προασπίζοντας το διεθνές δίκαιο και όχι τις προσωπικές ατζέντες τρίτων.






