Κ. Μπαλωμένος: Τι θα κάνει η Ελλάδα αν η Τουρκία παρεμποδίσει τις εργασίες για την ηλεκτρική διασύνδεση Κύπρου–Ελλάδας;

Κ. Μπαλωμένος: Τι θα κάνει η Ελλάδα αν η Τουρκία παρεμποδίσει τις εργασίες για την ηλεκτρική διασύνδεση Κύπρου–Ελλάδας;
Τρίτη, 13/10/2026 - 10:26

Μετά τις πρόσφατες δηλώσεις του Υπουργού Εξωτερικών κ. Γιώργου Γεραπετρίτη, ότι οι εργασίες για την υλοποίηση του Great Sea Interconnector (GSI) θα επανεκκινήσουν και τα δεδομένα των αντιδράσεων που έχει ήδη εκδηλώσει στην Τουρκία, το έργο εισέρχεται σε μια νέα φάση.

Το κρίσιμο ζήτημα πλέον δεν είναι μόνο η πολιτική και η διπλωματική αντιπαράθεση γύρω από το έργο, αλλά το πώς θα διαχειριστεί η Ελλάδα το ενδεχόμενο η τουρκική αμφισβήτηση να μεταφερθεί από το επίπεδο των δηλώσεων στο επιχειρησιακό πεδίο.

Έτσι, τι θα κάνει η Ελλάδα αν η Τουρκία παρεμποδίσει τις εργασίες για την ηλεκτρική διασύνδεση Κύπρου-Ελλάδας;

Το σχέδιο αυτό έχει ιδιαίτερη στρατηγική σημασία, διότι η ουσία της στρατηγικής και διαχείρισης μιας εθνικής κρίσης δεν βρίσκεται μόνο στην προοπτική ικανότητας του τρόπου με τον οποίο μπορεί να κινηθεί ο αντίπαλος, ούτε στην ύπαρξη ενός προκαθορισμένου σχεδίου αντίδρασης, μόνο στο στρατιωτικό επίπεδο.

Βρίσκεται κυρίως, στην ύπαρξη ενός συστήματος που είναι σε θέση να λειτουργήσει αποτελεσματικά σε διαφορετικά επίπεδα και διαφορετικά σενάρια εξέλιξης της κρίσης, προσαρμόζοντας έγκαιρα τις αποφάσεις και τα διαθέσιμα εργαλεία του στις μεταβαλλόμενες συνθήκες.

Στο πλαίσιο αυτό, θα πρέπει να μην εντοπίσει έγκαιρα τις πρόδρομες ενδείξεις και τους δείκτες έγκαιρης προειδοποίησης μιας ενδεχόμενης κρίσης, να επαληθεύσει τι συμβαίνει πραγματικά, να αξιολογήσει την πρόταση του αντιπάλου και το επίπεδο της απειλής, να υποστηρίξει τη λήψη. έγκαιρων στρατηγικών και να διαχειριστεί την κλιμάκωση χωρίς να χαθεί ο έλεγχος της κατάστασης.

Η στρατηγική ετοιμότητα δεν προϋποθέτει μόνο την πρόβλεψη της επόμενης κίνησης του αντιπάλου, αλλά η ύπαρξη ενός συστήματος που μπορεί να αντιμετωπιστεί αποτελεσματικά από μία πιθανή ακρίβεια.

Η διάκριση αυτή είναι ιδιαίτερα σημαντική σε ένα περιβάλλον ελληνοτουρκικής αντιπαράθεσης, όπου μια δήλωση, μια NAVTEX, μια διπλωματική διαμαρτυρία ή ακόμη και μια επιχειρησιακή κίνηση στη θάλασσα μπορεί να αυξήσει την ένταση, χωρίς κατ' ανάγκη να σημαίνει ότι έχει ήδη εκδηλωθεί κρίση.

Επομένως, το πρώτο βήμα ενός αποτελεσματικού συστήματος κρίσεων δεν είναι η διαχείριση, αλλά η έγκαιρη αξιολόγηση του γεωγραφικού και η αποτίμησή του σχετικά με το εάν, και σε ποιο βαθμό, αυτό μεταβάλλει το επίπεδο της κρίσης.

Κατά τη φάση της αξιολόγησης της κατάστασης θα πρέπει να αξιολογηθεί:

  • Ποιο ακριβώς είναι το γεγονός;
  • Ποιος το προκάλεσε;
  • Πρόκειται για πολιτικό μήνυμα, επιχειρησιακή προειδοποίηση ή πραγματική παρεμπόδιση;
  • Ποια είναι η πρόθεση;
  • Ποιο είναι το επίπεδο του κινδύνου;
  • Σε ποιο σημείο ένα επεισόδιο μετατρέπεται σε κρίση;

Η απάντηση σε αυτά τα ερωτήματα πρέπει να δοθεί πριν από την κρίση και όχι κατά τη διάρκειά της.

Υπό το ανωτέρω πρίσμα, στην περίπτωση επανέναρξης των εργασιών για το GSI, το πρώτο λάθος που θα μπορούσε να γίνει στη διαχείριση μιας πιθανής κρίσης, θα ήταν να μην γίνει σωστή αξιολόγηση της κατάστασης και να θεωρηθεί ότι κάθε τουρκική αντίδραση συνιστά αυτομάτως κρίση.

Πρέπει να γίνει κατανοητό, ότι η παρεμπόδιση του έργου από μέρους της Τουρκίας, ως επιχειρησιακό γεγονός, δεν σημαίνει αυτομάτως ότι έχει εκδηλωθεί εθνική κρίση.

Το κρίσιμο ζήτημα είναι το επίπεδο της παρεμπόδισης, η ένταση, η διάρκεια, οι συνθήκες υπό τις οποίες εκδηλώνεται και κυρίως, η δυνατότητα ελέγχου της κατάστασης και της κλιμάκωσης.

Βάσει της αξιολόγησης των ανωτέρω δεδομένων πρέπει να γίνει η λήψη στρατηγικών σχετικά με τη διαχείριση της κρίσης.

Θα πρέπει δηλαδή, να προσδιοριστεί ποιος είναι ο επιδιωκόμενος πολιτικός και στρατηγικός στόχος (ΑΝΣΚ) και ποιος συνδυασμός διπλωματικών, επιχειρησιακών, νομικών και επικοινωνιακών εργαλείων χρειάζεται για την επίτευξή του.

Η αντίδραση, δεν πρέπει να αποτελεί αυτόματο αποτέλεσμα της κλιμάκωσης, αλλά επιλογή που υπερβαίνει συγκεκριμένο πολιτικό και στρατηγικό σκοπό.

Τέλος, κάθε σχέδιο διαχείρισης κρίσης πρέπει να περιλαμβάνει εξαρχής μηχανισμούς αποκλιμάκωσης και εξόδου από την κρίση, καθώς και διαδικασίες αξιολόγησης και αποτίμησης της κρίσης με στόχο την αξιοποίηση των διδαγμάτων και την ενίσχυση της εθνικής αντοχής.

Πρέπει να ληφθεί σοβαρά υπόψη ότι η αρχή μιας κρίσης ή σύγκρουσης στο επιχειρησιακό επίπεδο χωρίς αντίληψη για το πώς και υπό ποιες προϋποθέσεις μπορεί να τερματιστεί, μπορεί να μην συμβεί σε μια δυναμική κλιμάκωση. που είναι πολύ δυσκολότερο να ελεγχθεί από ότι αρχικά εκτιμήθηκε.

Επιπλέον, πρέπει να καθοριστούν οι επιδράσεις βάσει των ορίων κλιμάκωσης, ώστε η εξέλιξη της κρίσης να μην οδηγεί αυτομάτως σε ανεξέλεγκτη κλιμάκωση, αλλά να αντιμετωπίζεται μέσα από μια προοδευτική και ελεγχόμενη διαδικασία λήψης αποφάσεων.

Για παράδειγμα, διαφορετική αντιμετώπιση μιας τουρκικής δημόσιας δήλωσης, μια NAVTEX, η ανάπτυξη ναυτικών μονάδων, η παρουσία πολεμικού πλοίου κοντά σε ερευνητικό σκάφος, μια επικίνδυνη προσέγγιση ή παρενόχληση, η πραγματική παρεμπόδιση των εργασιών και ένα ατύχημα ή ένα θερμό επεισόδιο.

Ωστόσο, χρειάζεται ένα ολιστικό και κλιμακωτό σύστημα σχεδίων και επιλογών, με τα σαφή κριτήρια ενεργοποίησης που θα βασίζεται στη λογική ότι όσο πιο έντονη η Ελλάδα, πρέπει να προσαρμόζεται ανάλογα με την ένταση της αντίδρασης, χωρίς όμως η προσαρμογή αυτή να οδηγεί σε αυτόματη ή ανεξέλεγκτη κλιμάκωση.

Στο πλαίσιο αυτό, είναι χρήσιμο να αξιολογηθούν οι πιθανές αντιδράσεις της Τουρκίας στην επανέναρξη των εργασιών για τον GSI.

Συγκεκριμένα, οι επιλογές της Άγκυρας ανάλογα με τον βαθμό έντασης είναι:

Σενάρια χαμηλής έντασης:

  • Ρητορική κλιμάκωση μέσω δηλώσεων πολιτικών και στρατιωτικών αξιωματούχων και απαίτηση «προηγούμενου συντονισμού» με την Τουρκία για κάθε εργασία έρευνας ή πόντισης καλωδίου.
  • Επικοινωνιακή προσπάθεια σύνδεσης του GSI με τις ευρύτερες τουρκικές θέσεις για τις θαλάσσιες δικαιοδοσίες στην Ανατολική Μεσόγειο.
  • Έκδοση NAVTEX που θα χαρακτηρίζουν τις περιοχές πόντισης ως «παράνομες» επειδή επικαλύπτουν την τουρκική υφαλοκρηπίδα.
  • Διπλωματικές διαμαρτυρίες στις εμπορικές κατασκευές και στις κυβερνήσεις Ελλάδας και Κύπρου, με στόχο την άσκηση πολιτικής πίεσης και προσπάθεια να παρουσιαστεί η Ελλάδα ως παραβάτης του διεθνούς δικαίου.
  • Άσκηση πίεσης στα στελέχη των ξένων επενδυτών και κατασκευαστών με απειλές για αποκλεισμό τους από μελλοντικά ενεργειακά ή εμπορικά έργα εντός της Τουρκίας.

Σενάρια μεσαίας έντασης:

  • Παρενοχλήσεις ελληνικών ή άλλων πλοίων που συμμετέχουν στις εργασίες, με ναυτικές ή εναέριες μονάδες και τη μετάδοση «οδηγιών αποχώρησης», υποστηρίζοντας ότι τα πλοία βρίσκονται στην τουρκική υφαλοκρηπίδα.
  • Πρακτικές παρεμποδίσεις (Risk Maneuvers) με παρεμβολές στις επικοινωνίες, επικίνδυνους ελιγμούς ή δημιουργία ναυτικού συνωστισμού γύρω από το πλοίο που εκτελεί τις εργασίες, ώστε να αυξηθεί το ασφαλές και επιχειρησιακό ρίσκο για την εταιρεία, εξαναγκάζοντάς την σε προσωρινή αναστολή εργασιών.
  • Ανάπτυξη τουρκικών ερευνητικών ή άλλων πλοίων σε παρακείμενες περιοχές, με στόχο τη δημιουργία επιχειρησιακής πίεσης και αμφισβήτησης.
  • Ενίσχυση της τουρκικής στρατιωτικής παρουσίας στην περιοχή χωρίς άμεση πρόκληση θερμού επεισοδίου.
  • Έκδοση αντι-NAVTEX από την Τουρκία που δεσμεύει τις ίδιες περιοχές για δήθεν «στρατιωτικές ασκήσεις», επιχειρώντας να δημιουργήσει τεχνητό συνωστισμό και κίνδυνο ατυχήματος.
  • Συνδυασμός επιχειρησιακών ενεργειών με διπλωματικές και επικοινωνιακές κινήσεις, ώστε να αυξηθεί το κόστος συνέχισης των εργασιών.

Σενάρια υψηλής έντασης:

  • Σημαντική ενίσχυση της τουρκικής ναυτικής και αεροπορικής παρουσίας στην περιοχή.
  • Άμεση επιχειρησιακή παρεμπόδιση των εργασιών μέσω αναπτυσσόμενων πολεμικών πλοίων που απαιτούν την άμεση απόσυρση του πλοίου που λειτουργεί την πόντιση καλωδίου υπό την απειλή χρήσης.
  • Επικίνδυνες προσεγγίσεις ή άλλες ενέργειες που αυξάνουν σημαντικά τον κίνδυνο ατυχήματος ή θερμού επεισοδίου (π.χ. παρενόχληση από τουρκικά drones / αεροσκάφη).
  • Ενδεχόμενο θερμού επεισοδίου σε θαλάσσιο ή εναέριο επίπεδο, το οποίο θα μπορούσε να μετατρέψει ένα αρχικό επιχειρησιακό ζήτημα σε ευρύτερη ελληνοτουρκική κρίση.
  • Γεωπολιτική κλιμάκωση ευρείας κλίμακας με μια γενικευμένη κρίση στην Ανατολική Μεσόγειο.

Τα παραπάνω σενάρια δεν αποτελούν υποχρεωτικά γραμμική ακολουθία κλιμάκωσης, καθώς η Τουρκία θα μπορούσε να επιλέξει διαφορετικό επίπεδο αντίδρασης, να συνδυάσει εργαλεία ή να μεταβεί από ένα επίπεδο σε άλλο, ανάλογα με τις συνθήκες και την εξέλιξη της κατάστασης.

Η επιλογή της θα μπορούσε να επηρεάσει την ελληνική στάση, το εκτιμώμενο κόστος και κάθε επιλογή, την εσωτερική δυναμική στην Τουρκία, καθώς και από τη στάση της Ε.Ε., των ΗΠΑ, της Γαλλίας, του Ισραήλ και άλλων εμπλεκόμενων παραγόντων.

Παράλληλα, η ευρωπαϊκή διάσταση του GSI, η χρηματοδότηση και η συμμετοχή διεθνών επενδυτών και εταιρειών μπορεί να αυξηθεί το πολιτικό, διπλωματικό και οικονομικό κόστος μιας ενδεχόμενης παρεμπόδισης, χωρίς όμως να αποκλείσει την εκδήλωση κρίσης.

Επομένως, η Ελλάδα θα πρέπει να είναι σε θέση να διαχειριστεί ένα εύρος πιθανών αντιδράσεων, από την απλή διπλωματική και επικοινωνιακή πίεση μέχρι την επιχειρησιακή παρεμπόδιση και στη δυσμενέστερη περίπτωση, ένα θερμό επεισόδιο.

Στο πλαίσιο αυτό, ο ενιαίος μηχανισμός συντονισμού και λήψης αποφάσεων, με σαφή πολιτική καθοδήγηση και συνεχή σύνδεση του πολιτικού επιπέδου με το επιχειρησιακό.

Ειδικότερα, η Ελλάδα θα πρέπει να κινείται ταυτόχρονα σε πολλαπλά επίπεδα, προσαρμόζοντας τα διαθέσιμα μέσα και τους συντελεστές ισχύος της, ανάλογα με το επίπεδο και τη μορφή της τουρκικής αντίδρασης.

Συγκεκριμένα, η ελληνική στρατηγική στρατηγική θα πρέπει να αναπτυχθεί σε πέντε αλληλοσυμπληρούμενους άξονες όπως:

1. Επιχειρησιακή ετοιμότητα και αποτροπή:

Σε επιχειρησιακό επίπεδο, αξιόπιστο σύστημα επιτήρησης, προστασίας και ετοιμότητας, με τα κριτήρια ενεργοποίησης ανάλογα με το επίπεδο κλιμάκωσης.

Παράλληλα, συντονισμός με την Κυπριακή Δημοκρατία και τους εμπλεκόμενους φορείς για την προστασία των προσώπων, των πλοίων και των κρισμάτων υποδομών του έργου.

Εφόσον οι συνθήκες απαιτούνται, θα πρέπει να υπάρχει δυνατότητα ενίσχυσης της επιχειρησιακής παρουσίας, κατά προτεραιότητα με ελληνικές δυνάμεις και, όπου αυτό είναι εφικτό και αποφασιστεί στο πλαίσιο των υφιστάμενων διμερών, ευρωπαϊκών ή συμμαχικών σχημάτων, με δυνάμεις της. Γαλλίας και άλλων ευρωπαϊκών χωρών.

2. Διπλωματική και ευρωπαϊκή θωράκιση:

Η Ελλάδα θα πρέπει να κάνει τον ελληνικό χαρακτήρα του GSI και να διασφαλίσει ότι η προσπάθεια παρεμπόδισης του έργου δεν θα αντιμετωπίζεται αποκλειστικά ως ένα ακόμη επεισόδιο της ελληνοτουρκικής αντιπαράθεσης, αλλά θα αξιολογηθεί και ως ζήτημα που αφορά την ευρωπαϊκή ενεργειακή ασφάλεια, τη διασυνδεσιμότητα και την προστασία των ευρωπαϊκών στρατηγικών υποδομών.

Στο πλαίσιο αυτό, η έγκαιρη ενημέρωση και ο συντονισμός με τους ευρωπαϊκούς θεσμούς, καθώς και με τις χώρες που έχουν άμεσο ενδιαφέρον για την υλοποίηση του έργου, μπορεί να αυξηθεί το διπλωματικό και πολιτικό κόστος μιας ενδεχόμενης παρεμπόδισης.

3. Νομική Θωράκιση:

Η Ελλάδα πρέπει να διαθέτει εξαρχής τεκμηριωμένη νομική θέση, η οποία μπορεί να υποστηρίξει τις ενεργείες της και να αντιμετωπίσει τις τουρκικές αιτίες τόσο σε όσο και σε ευρωπαϊκό και διεθνές επίπεδο.

Η νομική προετοιμασία δεν αποτελεί, επομένως, απλώς ένα εργαλείο μετά την εκδήλωση της κρίσης. Αποτελεί στοιχείο της ίδιας της στρατηγικής ετοιμότητας.

4. Στρατηγική Επικοινωνία:

Η επικοινωνιακή διαχείριση θα πρέπει να λειτουργεί παράλληλα με τη διπλωματική και επιχειρησιακή διαχείριση.

Ο βασικός στόχος δεν πρέπει να είναι η επικοινωνιακή αντιπαράθεση με την Τουρκία, αλλά η διαμόρφωση του ερμηνευτικού πλαισίου μέσα στο θα αξιολογηθεί η κρίση και οι ενδεχόμενες τουρκικές ενέργειες εάν εκδηλωθούν, σε σχέση με τις ευρωπαϊκές υποδομές, την ενεργειακή ασφάλεια και τη σταθερότητα στην Ανατολική Μεσόγειο.

Το βασικό μήνυμα που πρέπει να στηρίζεται σε τέσσερις άξονες: Ευρωπαϊκή υποδομή - διεθνές δίκαιο - ενεργειακή ασφάλεια - περιφερειακή σταθερότητα.

Με τον τρόπο αυτό, η Ελλάδα θα πρέπει να αποφύγει τη διμεροποίηση του GSI και να αναδεικνύει συνεχώς ότι η υλοποίηση του έργου αποτελεί μέρος μιας ευρύτερης ευρωπαϊκής προσπάθειας για την ενίσχυση της ενεργειακής διασυνδεσιμότητας και ανθεκτικότητας.

5. Συντονισμός με εταίρους και συμμάχους:

Απαιτείται έγκαιρος συντονισμός με την Κυπριακή Δημοκρατία, τους ευρωπαϊκούς θεσμούς και τις χώρες που έχουν άμεσο στρατηγικό ή οικονομικό ενδιαφέρον για την περιοχή και το έργο.

Η συνεργασία αυτή δεν θα πρέπει να αντιμετωπίζεται μόνο ως μέσο δημιουργίας ενός «κοινού μετώπου» απέναντι στην Τουρκία, αλλά ως μηχανισμός συντονισμού πολιτικών, διπλωματικών, νομικών και επιχειρησιακών επιλογών.

Η εμπλοκή διεθνών επενδυτών και εταιρειών, καθώς και η ευρωπαϊκή χρηματοδότηση και η θεσμική του έργου, μπορεί παράλληλα να αυξηθεί το πολιτικό και οικονομικό κόστος μιας ενδεχόμενης παρεμπόδισης.

Με τον συνδυασμό των μέτρων, η Ελλάδα μπορεί να προτείνει την αποτρεπτική αξιοπιστία της, να περιορίσει τα περιθώρια ανεξέλεγκτης κλιμάκωσης και να αυξήσει τις επιλογές της σε περίπτωση που η κρίση κλιμακωθεί.

Η ελληνική στρατηγική δεν θα πρέπει να βασίζεται στην επιλογή ενός μόνο εργαλείου, αλλά σε ένα ολιστικό συνδυασμό προετοιμασίας, διπλωματίας, νομικής προετοιμασίας, επιχειρησιακής προετοιμασίας και στρατηγικής επικοινωνίας, το οποίο μπορεί να προσαρμόζεται ανάλογα με το επίπεδο της. κρίση.

Εν κατακλείδι, η επανέναρξη των εργασιών για τον GSI δεν σημαίνει ότι μια νέα κρίση είναι αναπόφευκτη γι' αυτό, η Ελλάδα πρέπει να είναι προετοιμασμένη για το ενδεχόμενο μιας κρίσης και κυρίως, για περισσότερες από μία μορφές και επίπεδα εξέλιξής της.

Γιατί, η πραγματική στρατηγική ετοιμότητα δεν μετριέται από το πόσο καλά γνωρίζουμε τι μπορεί να κάνει ο αντίπαλος, αλλά από το πόσο καλά μπορούμε να διαχειριστούμε αυτό που τελικά θα συμβεί.

Στον GSI, επομένως, η πρόκληση για την Ελλάδα δεν είναι μόνο να προστατεύσει ένα έργο.

Είναι να διασφαλίσει ότι, εάν προκύψει κρίση, θα διαθέτει τις πολιτικές, διπλωματικές, νομικές, επιχειρησιακές και επικοινωνιακές επιλογές για να διαχειριστεί, να ελέγξει την κλιμάκωση και να διατηρήσει την πρωτοβουλία των κινήσεων.

Κοντολογίς, η επιτυχία για την Ελλάδα σε μια ενδεχόμενη τουρκική αντίδραση για τον GSI, δεν θα κριθεί από το εάν θα αποδειχθεί ότι μπορεί να κλιμακωθεί.

Θα κριθεί από το εάν μπορεί να διαχειριστεί την κρίση χωρίς να χάσει τον έλεγχο της κλιμάκωσης, να προστατεύσει το έργο και τα συμφέροντά της, να διατηρήσει την ευρωπαϊκή διάσταση του GSI και να μην έχει την κατάσταση από την κρίση ξανά στη σταθερότητα.

* Ο Δρ. Κωνσταντίνος Π. Ο Μπαλωμένος είναι πολιτικός επιστήμονας - διεθνολόγος

Τελευταία τροποποίηση στις 13/10/2026 - 10:38

ΣΧΕΤΙΚΑ ΑΡΘΡΑ