Ο κλάδος αναμένει να δει ποια θέματα θα μπουν στο τραπέζι, από τις πιέσεις στον εφοδιασμό καυσίμων έως τις παρεμβάσεις που επηρεάζουν την ανταγωνιστικότητα των μονάδων του. Η ανακοίνωση της προέδρου της Κομισιόν Ούρσουλα φον ντερ Λάιεν για τη σύσταση ομάδας στρατηγικού διαλόγου, υπό την προεδρία των Επιτρόπων Ενέργειας και Άμυνας Νταν Γιόργκενσεν και Άντριους Κουμπίλιους, ανταποκρίνεται σε αίτημα που θέτει εδώ και δύο χρόνια η Fuels Europe σε όλα τα επίπεδα της Ευρωπαϊκής Επιτροπής.
Για τον σύνδεσμο που εκπροσωπεί τα ευρωπαϊκά διυλιστήρια, η απόφαση αποτελεί κατ’ αρχήν θετική εξέλιξη. Το ζητούμενο πλέον είναι εάν η πρωτοβουλία θα επικεντρωθεί στις ανάγκες που δημιουργούν η ενεργειακή κρίση και οι δυσκολίες εφοδιασμού, κυρίως σε ντίζελ και αεροπορικά καύσιμα, ή θα καλύψει το σύνολο των ανοιχτών ζητημάτων της βιομηχανίας. Οι εταιρείες του κλάδου αναμένεται να συμμετάσχουν τόσο μέσω της Fuels Europe όσο και μεμονωμένα. Προσέρχονται όμως με διαφορετικές ανάγκες και προτεραιότητες, σε μια ευρωπαϊκή αγορά όπου η διυλιστική δυναμικότητα έχει υποχωρήσει σημαντικά και η εξάρτηση από εισαγωγές καυσίμων διαφέρει από χώρα σε χώρα.
Από το 2009 μέχρι σήμερα έχουν κλείσει 35 διυλιστήρια στην Ευρώπη, μειώνοντας τη διυλιστική ικανότητα κατά 20%. Η υποχώρηση αυτή αναδεικνύει τις πιέσεις που δέχεται ο κλάδος μέσα στο πλαίσιο της ταχείας πράσινης μετάβασης και επιβαρύνει την αντιμετώπιση των προβλημάτων εφοδιασμού. Ο σημερινός χάρτης περιλαμβάνει 94 διυλιστήρια και 11 βιοδιυλιστήρια, τα οποία ελέγχονται από 40 εταιρείες με ισχυρό ανταγωνισμό μεταξύ τους.
Οι διαφορετικές θέσεις των επιχειρήσεων προστίθενται στις αποκλίσεις μεταξύ των κρατών μελών, δυσκολεύοντας τη διαμόρφωση μιας κοινής ατζέντας. Η Γερμανία και η Γαλλία, για παράδειγμα, είναι εισαγωγικές αγορές υγρών καυσίμων, ενώ η Ελλάδα έχει ισχυρή εξαγωγική παρουσία. Η διαφοροποίηση αυτή αποκτά ιδιαίτερη σημασία σε περίπτωση που στον διάλογο τεθεί το ενδεχόμενο κοινών προμηθειών καυσίμων, κατά το παράδειγμα του φυσικού αερίου.
Πρόκειται για ένα από τα ερωτήματα που παραμένουν ανοιχτά, μαζί με την έκταση που θα μπορούσε να έχει ένα τέτοιο σχήμα. Στην ελληνική αγορά δραστηριοποιούνται η Helleniq Energy και η Motor Oil, με συνολικά τέσσερα διυλιστήρια. Οι δύο όμιλοι λειτουργούν ανταγωνιστικά μεταξύ τους και στις προμήθειες, ενώ έχουν πραγματοποιήσει σημαντικές επενδύσεις εκσυγχρονισμού των μονάδων τους. Το 60% της εγχώριας παραγωγής εξάγεται, στοιχείο που δίνει στη χώρα ανταγωνιστικό πλεονέκτημα και προοπτική ενίσχυσης του ρόλου της στον εφοδιασμό της Νοτιοανατολικής Ευρώπης.
Η προοπτική αυτή αποτυπώνεται στην κοινή ανακοίνωση της τετραμερούς υπουργικής συνάντησης για την ενέργεια και τη διασυνδεσιμότητα, με τη συμμετοχή της Ελλάδας, της Σερβίας, της Βουλγαρίας και της Βόρειας Μακεδονίας. Όπως αναφέρεται στην ανακοίνωση, «οι υπουργοί συζήτησαν τη δυνητική ανάπτυξη του νοτιοανατολικού κόμβου του εθνικού συστήματος αγωγών πετρελαϊκών προϊόντων κατά μήκος της διαδρομής Θεσσαλονίκη-Σκόπια-Νις, η οποία θα μπορούσε να συνδέσει περαιτέρω τη Σερβία, μέσω της Βόρειας Μακεδονίας, με τις ενεργειακές υποδομές και το λιμάνι της Θεσσαλονίκης».
Στο επίκεντρο βρίσκεται ο αγωγός Vardax της Helleniq Energy, που τέθηκε σε λειτουργία στις αρχές του 2026 έπειτα από χρόνια αδράνειας και προβλημάτων. Συνδέει το διυλιστήριο της Θεσσαλονίκης με το πρώην διυλιστήριο ΟΚΤΑ στη Βόρεια Μακεδονία, ενώ η αναφορά στη διαδρομή προς τη Νις ανοίγει την προοπτική επέκτασής του προς τη Σερβία. Η συζήτηση για τη διύλιση αποκτά παράλληλα ευρύτερη γεωπολιτική βαρύτητα.
Ο ρόλος των διυλιστηρίων στην ενεργειακή ασφάλεια αποτέλεσε κεντρικό ζήτημα και στη συνάντηση των G7 την περασμένη εβδομάδα, καθώς η παραγωγική δυναμικότητα αναδεικνύεται σε στρατηγικό πλεονέκτημα μέσα σε ένα ολοένα πιο ασταθές περιβάλλον. Για την ευρωπαϊκή διυλιστική βιομηχανία, η ατζέντα που θα διαμορφώσουν οι Βρυξέλλες θα δείξει εάν ο στρατηγικός διάλογος μπορεί να οδηγήσει σε συνολικές παρεμβάσεις για την ανταγωνιστικότητα του κλάδου, μαζί με τις λύσεις για τις άμεσες ανάγκες εφοδιασμού.





