Όπως ανέφερε, από τα τέλη Φεβρουαρίου οι τιμές του φυσικού αερίου έχουν αυξηθεί κατά 140%, ενώ οι τιμές του πετρελαίου κίνησης έχουν διπλασιαστεί, επιβαρύνοντας την Ευρώπη με επιπλέον 100 δις. ευρώ. «Επομένως όλοι αισθανόμαστε αυτές τις αυξημένες τιμές. Οι επιχειρήσεις βρίσκονται υπό μεγάλη πίεση, οι πολίτες δυσκολεύονται να πληρώσουν τους λογαριασμούς τους», σημείωσε.
«Βραχύπρόθεσμα, πρέπει να στηρίξουμε τα κράτη μέλη ώστε να αντιμετωπίσουμε την άμεση πίεση. Όμως μεσοπρόθεσμα και μακροπρόθεσμα, πρέπει να συνεχίσουμε να αντιμετωπίζουμε τα διαρθρωτικά προβλήματα», υπογράμμισε, τονίζοντας την ανάγκη για μεγαλύτερη ενεργειακή ανθεκτικότητα της Ευρώπης.
Βραχυπρόθεσμη αντιμετώπιση
Η κ. φον ντερ Λάιεν είπε ότι οι ενεργειακές απαιτήσεις διαφέρουν από χώρα σε χώρα, καθώς κάθε μέλος έχει διαφορετικό ενεργειακό μείγμα. «Δεν υπάρχει μία και μοναδική λύση για ολόκληρη την ΕΕ», τόνισε, εξηγώντας ότι η ίδια μεγαβατώρα μπορεί να κοστίζει 145 ευρώ σε μια χώρα που εξαρτάται περισσότερο από το φυσικό αέριο και μόλις 70 ευρώ σε άλλη, με μεγαλύτερη συμμετοχή της πυρηνικής ενέργειας και του ΑΠΕ. «Ο ρόλος μας είναι να δώσουμε στα κράτη μέλη τα εργαλεία και την ευελιξία ώστε να ανταποκριθούν», σημείωσε.
Παράλληλα τάχθηκε υπέρ της στοχευμένης στήριξης των νοικοκυριών που έχουν μεγαλύτερη ανάγκη, αναφέροντας ως παραδείγματα τα ενεργειακά κουπόνια στη Γαλλία και τη Ρουμανία.
Σε ό,τι αφορά την προσφορά ενέργειας, ανέφερε ότι η G7 συμφώνησε να διαθέσει 100 εκατ. βαρέλια ντίζελ και αργού, ενώ η ΕΕ θα παρατείνει για έναν ακόμη χρόνο την ευελιξία για τους εξαγωγείς σχετικά με το μεθάνιο και θα ξεκινήσει στρατηγικό διάλογο για τα ευρωπαϊκά διυλιστήρια.
Τέλος, η ομάδα δημιουργίας δράσης για τη συγκέντρωση της ενεργειακής ζήτησης, με κοινές προμήθειες ενέργειας από τα κράτη μέλη και την καλύτερη αξιοποίηση της αγοραστικής δύναμης της ΕΕ.
Μακροπρόθεσμη αντιμετώπιση
Η ίδια αναφέρθηκε στον ομιλία της και στην μακροπρόθεσμη αντιμετώπιση του ενεργειακού ζητήματος, τονίζοντας η μακροπρόθεσμη λύση είναι η μείωση της εξάρτησης της Ευρώπης από το πετρέλαιο και το φυσικό αέριο και η μετάβαση σε καθαρή ενέργεια που παράγεται στην Ευρώπη.
Παρά την αύξηση της παραγωγής από ανανεώσιμες πηγές, μεγάλο μέρος της νέας δυναμικότητας παραμένει εκτός δικτύου. Γι' αυτό, όπως σημείωσε, χρειάζονται επείγουσες επενδύσεις στα ευρωπαϊκά δίκτυα ώστε η καθαρή ενέργεια να φτάνει εκεί όπου χρειάζεται.
Παράλληλα η ΕΕ πρέπει να αυξήσει τη χρήση της ηλεκτρικής ενέργειας. Το Σχέδιο Δράσης για την Ηλεκτροδότηση προβλέπει διπλασιασμό του μεριδίου της ηλεκτρικής ενέργειας στην τελική κατανάλωση έως το 2040, κάτι που, σύμφωνα με την ίδια, θα μπορούσε να μειώσει τις εισαγωγές ορυκτών καυσίμων κατά 260 δις. ευρώ ετησίως.





