Οι τιμές των κατοικιών έχουν εκτοξευθεί την τελευταία δεκαετία, με την άνοδο να προσεγγίζει το 70% , ενώ και τα ενοίκια έχουν ακολουθήσει την ίδια έντονη ανοδική πορεία. Η στεγαστική επιβάρυνση έχει γίνει δυσβάσταχτη, με τη μελέτη του ΙΟΒΕ να καταγράφει ως υπέρμετρη επιβάρυνση το κόστος στέγασης που φτάνει ή ξεπερνά το 40% του διαθέσιμου εισοδήματος των νοικοκυριών.
Πρόκειται για μια κρίση που αγγίζει πλέον τον πυρήνα της κοινωνικής ζωής: την ικανότητα ενός εργαζόμενου, ενός νέου ανθρώπου, μιας οικογένειας να βρει και να διατηρήσει ένα σπίτι χωρίς να διαθέτει γι' αυτό ένα δυσανάλογο κομμάτι του εισοδήματός της.
Και όμως, η κυβέρνηση Μητσοτάκη, μέσω των φιλικών της μέσων ενημέρωσης επιχειρεί να διαστρεβλώσει για πολλοστή φορά την πραγματικότητα. Η περίπτωση της Maricarmen στην Ελλάδα επιχειρήθηκε να παρουσιαστεί περίπου ως αποτυχία του σοσιαλιστή Πέδρο Σάντσεθ να προστατεύσει τους ευάλωτους από τις εξώσεις. Τα φιλοκυβερνητικά μέσα ενημέρωσης, ακολουθώντας την πάγια επικοινωνιακή γραμμή της κυβέρνησης Μητσοτάκη, έσπευσαν να αξιοποιήσουν την ισπανική περίπτωση για να πουν ουσιαστικά: «Να τι κάνουν οι σοσιαλδημοκράτες, δεν μπορούν να αντιμετωπίσουν το στεγαστικό».
Μόνο που η πραγματικότητα είναι ακριβώς διαφορετική.
Ο Σάντσεθ βρέθηκε μπροστά σε ένα πρόβλημα που είχε πάρει εκρηκτικές διαστάσεις. Είδε τις αντιδράσεις, είδε τις μεγάλες διαδηλώσεις και επιχείρησε να προωθήσει ρυθμίσεις για την προστασία των ευάλωτων ενοικιαστών και τον περιορισμό των εξώσεων. Δεν κυβερνά όμως μόνος του. Η κυβέρνηση δεν διέθετε την κοινοβουλευτική δύναμη για να περάσει τις ρυθμίσεις και αυτές προσέκρουσαν στο Κοινοβούλιο.
Αυτό ακριβώς είναι το πολιτικό γεγονός που επιχείρησαν να κρύψουν όσοι θέλησαν να μετατρέψουν την ισπανική υπόθεση σε πολιτικό επιχείρημα κατά του Σάντσεθ, αλλά πρωτίστως κατά των σοσιαλδημοκρατών.
Ας έρθουμε τώρα στην Ελλάδα.
Εδώ ο Κυριάκος Μητσοτάκης δεν έχει κανένα πρόβλημα κοινοβουλευτικής πλειοψηφίας. Διαθέτει αυτοδυναμία. Μπορεί να νομοθετήσει ό,τι θεωρεί αναγκαίο. Μπορεί να αλλάξει τους κανόνες της αγοράς. Μπορεί να προστατεύσει τους ενοικιαστές. Μπορεί να αυξήσει ουσιαστικά την προσφορά κατοικιών. Μπορεί να παρέμβει στις βραχυχρόνιες μισθώσεις. Μπορεί να αξιοποιήσει τη δημόσια και ιδιωτική ακίνητη περιουσία. Μπορεί, με δυο λόγια, να κάνει κοινωνική πολιτική.
Αυτή είναι η πραγματική σύγκριση ανάμεσα στον Σάντσεθ και τον Μητσοτάκη.
Όχι ποιος είναι σοσιαλιστής και ποιος συντηρητικός. Η διαφορά βρίσκεται στο τι κάνει μια κυβέρνηση όταν ένα κοινωνικό πρόβλημα γίνεται εκρηκτικό.
Ο Σάντσεθ δεν μπόρεσε να αλλάξει τους κανόνες επειδή δεν είχε την κοινοβουλευτική πλειοψηφία. Γι' αυτό και επιστρέφει στους πολίτες ζητώντας νέα εντολή.
Ο Μητσοτάκης έχει την κοινοβουλευτική πλειοψηφία. Το πρόβλημα το βλέπει. Τα στοιχεία τα γνωρίζει. Την πίεση που υφίστανται τα νοικοκυριά την ξέρει.
Αυτό που μένει να απαντήσει είναι γιατί, ενώ μπορεί να νομοθετήσει, δεν κάνει όσα απαιτεί το μέγεθος της στεγαστικής κρίσης.
Και αυτή είναι μια ερώτηση πολύ πιο δύσκολη από οποιαδήποτε επικοινωνιακή προσπάθεια να μετατραπεί η υπόθεση Maricarmen σε «αποτυχία των σοσιαλδημοκρατικών κυβερνήσεων».





