Οι αριθμοί είναι αποκαλυπτικοί. Η τιμή του φυσικού αερίου στο TTF έχει κινηθεί πρόσφατα κοντά στα 60–70 ευρώ ανά μεγαβατώρα, μεταφέροντας την αστάθεια απευθείας στη χονδρική αγορά ηλεκτρικού ρεύματος. Και αυτό συμβαίνει ανεξάρτητα από το πόσο αυξάνεται η συμμετοχή των Ανανεώσιμων Πηγών Ενέργειας.
Ο λόγος είναι συγκεκριμένος και αφορά το λεγόμενο «μοντέλο οριακής τιμολόγησης», σύμφωνα με το οποίο η ακριβότερη μονάδα – συνήθως το φυσικό αέριο – καθορίζει την τιμή για όλο το σύστημα. Έτσι, το φθηνό ρεύμα από ΑΠΕ τιμολογείται σαν να ήταν ακριβό.
Αυτό που σε άλλες χώρες θεωρήθηκε πρόβλημα προς διόρθωση, στην Ελλάδα ως συνήθως δεν αντιμετωπίστηκε.
Στην Ιβηρική Χερσόνησο, αντίθετα, επιλέχθηκε διαφορετική προσέγγιση και κυρίως, παρέμβαση στον ίδιο τον μηχανισμό διαμόρφωσης των τιμών.
Η λεγόμενη «Ιβηρική εξαίρεση» δεν ήταν κάποιο γενικό επίδομα ή φορολογική ελάφρυνση. Ήταν μια στοχευμένη παρέμβαση στον πυρήνα της αγοράς.
Ισπανία και Πορτογαλία επέβαλαν ανώτατη τιμή στο φυσικό αέριο που χρησιμοποιείται για ηλεκτροπαραγωγή, αρχικά περίπου στα 40 €/MWh και στη συνέχεια σε εύρος 55–65 €/MWh.
Αυτό σήμαινε ότι οι μονάδες φυσικού αερίου δεν μπορούσαν να «μπουν» στην αγορά με τις πραγματικές υψηλές διεθνείς τιμές, αλλά με τεχνητά χαμηλότερο κόστος.
Επειδή αυτές οι μονάδες συχνά καθορίζουν την οριακή τιμή, έπεφτε αυτόματα και η τιμή όλης της αγοράς ηλεκτρικής ενέργειας.
Η διαφορά μεταξύ πραγματικής και πλαφοναρισμένης τιμής καλυπτόταν μέσω μηχανισμού αποζημίωσης (που επιβάρυνε το σύστημα και σε ορισμένες περιπτώσεις τους καταναλωτές), αλλά με πολύ μικρότερο συνολικό κόστος από τις ανεξέλεγκτες αυξήσεις.
Με απλά λόγια Ισπανία και Πορτογαλία δεν «επιδότησαν» το πρόβλημα, αλλά επέλεξαν να το επιλύσουν στη «ρίζα» του.
Τα αποτελέσματα ήταν μετρήσιμα. Το μέτρο οδήγησε σε δισεκατομμύρια ευρώ εξοικονόμησης για καταναλωτές και σε σαφή αποσύνδεση της τιμής ρεύματος από τις εκρήξεις του φυσικού αερίου. Παρά τις στρεβλώσεις και το κόστος εφαρμογής, λειτούργησε ως «αμορτισέρ» απέναντι στη διεθνή κρίση.
Ακόμη και σήμερα, η λογική αυτή επανέρχεται στη συζήτηση στην Ευρώπη ως πρότυπο αντιμετώπισης των ενεργειακών σοκ, ακριβώς επειδή παρεμβαίνει εκεί όπου γεννιέται η ακρίβεια, στη χονδρική αγορά.
Στην Ελλάδα, αντίθετα, η αγορά παραμένει πλήρως εκτεθειμένη. Η τιμή του αερίου περνά αυτούσια στο ρεύμα, και η μεταβλητότητα μετατρέπεται σε υπέρογκες αυξήσεις, καταδεικνύοντας πως το πρόβλημα είναι ο τρόπος που βγαίνει η τελική τιμή.
Σήμερα, στην πράξη, όλο το ρεύμα, ακόμη και αυτό που παράγεται φθηνά από ήλιο και άνεμο, πληρώνεται σαν να είχε παραχθεί από το πιο ακριβό καύσιμο, το φυσικό αέριο.
Με απλά λόγια, δεν πληρώνουμε αυτό που κοστίζει το ρεύμα να παραχθεί, αλλά αυτό που κοστίζει η πιο ακριβή μονάδα του συστήματος.
Και όσο ισχύει αυτός ο κανόνας, το αποτέλεσμα θα είναι οι τιμές να παραμένουν υψηλές, ακόμη κι όταν μεγάλο μέρος της ενέργειας είναι στην πραγματικότητα φθηνό.






