γράφει ο Κώστας Μυλωνάς, Research Engineer – Energy Systems, MSc Energy Science & Technology – Άρθρο στο Παρατηρητήριο Βιώσιμης Ανάπτυξης του Ινστιτούτου ΕΝΑ
Για περισσότερο από μια δεκαετία η Tεχνητή Nοημοσύνη (ΤΝ) προβάλλεται κατά κόρον στη δημόσια συζήτηση ως εργαλείο βελτίωσης της απόδοσης και αξιοπιστίας του ενεργειακού συστήματος. Στο πλαίσιο αυτό, υπογραμμίζονται ειδικότερα πτυχές όπως η συνεισφορά της ΤΝ σε ακριβέστερες προβλέψεις για την παραγωγή ενέργειας αιολικών και φωτοβολταϊκών, στη βελτιστοποίηση της λειτουργίας των δικτύων, στην καλύτερη συντήρηση εξοπλισμού και στη μείωση της σπατάλης ενέργειας στη βιομηχανία. Ένα τέτοιο παράδειγμα συνιστά και η χρήση TN για τη βελτιστοποίηση της ψύξης σε κέντρα δεδομένων (data centers).
Στα μέσα της δεκαετίας του 2020, όμως, η μαζική χρήση του νέφους (cloud) και της παραγωγικής ΤΝ (Generative AI) και η ανάπτυξη ολοένα μεγαλύτερων data centers μετέτρεψαν την ηλεκτρική ενέργεια σε κρίσιμη εισροή της ψηφιακής οικονομίας. Ο Διεθνής Οργανισμός Ενέργειας (International Energy Agency) συνοψίζει ότι δεν υπάρχει ΤΝ χωρίς ηλεκτρική ενέργεια. Στο κεντρικό του σενάριο πρόβλεψης, εκτιμά ότι η παγκόσμια κατανάλωση ηλεκτρικής ενέργειας από data centers μπορεί να υπερδιπλασιαστεί έως το 2030 και να προσεγγίσει περίπου τις 945 TWh. Σε αυτή την κλίμακα, η ΤΝ δεν είναι μόνο παράγοντας βελτιστοποίησης του ενεργειακού συστήματος, αλλά γίνεται παράγοντας σημαντικής αύξησης της ζήτησης. Η ΤΝ εξελίσσεται πλέον σε έναν νέο μεγάλο καταναλωτή ηλεκτρικής ενέργειας, με σημαντική διαπραγματευτική ισχύ, έντονη επιρροή στις επιλογές χωροθέτησης των σχετικών υποδομών και άμεσες επιπτώσεις στον επιμερισμό του ενεργειακού κόστους στους τελικούς χρήστες.
Η σχέση ΤΝ και Ενέργειας παύει να συνιστά πλέον ένα αμιγώς τεχνολογικό ζήτημα και αποκτά σαφές θεσμικό και κοινωνικοπολιτικό περιεχόμενο. Συγκεκριμένα, εγείρονται ερωτήματα σχετικά με την προτεραιότητα πρόσβασης στη διαθέσιμη χωρητικότητα των δικτύων, τον τρόπο με τον οποίο κατανέμεται το κόστος των αναγκαίων επενδύσεων σε δίκτυα και υποδομές, καθώς και τους όρους δημοσίου συμφέροντος που πρέπει να συνοδεύουν εγκαταστάσεις οι οποίες επηρεάζουν ουσιαστικά τη μελλοντική ενεργειακή ζήτηση. Οι εκτιμήσεις για την πραγματική κατανάλωση των data centers παρουσιάζουν ακόμη σημαντική αβεβαιότητα, την ίδια στιγμή που οι ενεργειακές υποδομές απαιτούν πολύ μεγαλύτερους χρόνους υλοποίησης από τις ψηφιακές επενδύσεις. Η ασυμμετρία αυτή αυξάνει τον κίνδυνο ανισορροπιών μεταξύ προσφοράς και ζήτησης ηλεκτρικής ενέργειας, με πιθανές πιέσεις στο κόστος, στη λειτουργία του συστήματος και στην αγορά ενέργειας.
Συνολικά, η μετάβαση του κέντρου βάρους από την προσέγγιση «ΤΝ για την Ενέργεια» στην «Ενέργεια για την ΤΝ» σηματοδοτεί μια σημαντική μετατόπιση στην αγορά και το ενεργειακό σύστημα. Η ΤΝ εξακολουθεί να προσφέρει δυνατότητες βελτίωσης της αποδοτικότητας του συστήματος, αλλά η κυρίαρχη μακροεπίδραση είναι πλέον η εμφάνιση μιας νέας, συγκεντρωμένης και ταχέως αυξανόμενης ζήτησης ηλεκτρικής ενέργειας από τον ψηφιακό τομέα. Αυτό είναι το σημείο εκκίνησης για να συζητήσουμε πώς πρέπει να σχεδιαστούν οι κανόνες, οι όροι και οι προτεραιότητες, ώστε η ψηφιακή μετάβαση να μην μετατραπεί σε νέο παράγοντα πίεσης και ανισότητας τόσο στο ενεργειακό σύστημα όσο και στην κοινωνία συνολικότερα. Το παρόν άρθρο εντάσσεται στην αναδυόμενη εγχώρια συζήτηση για τα data centers και το ενεργειακό τους αποτύπωμα, σε συνέχεια προηγούμενων παρεμβάσεων του ΕΝΑ[1],[2], καθώς και πρόσφατης μελέτης του 1830lab για την τεχνητή νοημοσύνη, τα data centers και την ηλεκτρική ενέργεια.
Τα data centers ως stress test για δίκτυα και αγορές
Τα data centers δεν αποτελούν απλώς ένα ακόμη εμπορικό φορτίο ηλεκτρικής ενέργειας. Απαιτούν συνεχή και υψηλής ποιότητας παροχή ισχύος και πλέον αναπτύσσονται σε πολύ μεγάλες κλίμακες, συχνά ως εκτεταμένα συγκροτήματα εγκαταστάσεων βιομηχανικής κλίμακας. Έκθεση που υποβλήθηκε στο Υπουργείο Ενέργειας των Ηνωμένων Πολιτειών αναφέρει ότι αιτήματα σύνδεσης πολύ μεγάλων εγκαταστάσεων data centers, στην κλίμακα των 300 έως 1000 MW ή και περισσότερο και με χρονικό ορίζοντα υλοποίησης ενός έως τριών ετών, ασκούν έντονη πίεση στα τοπικά δίκτυα.
Από αυτή τη δυναμική προκύπτουν τρεις βασικές συστημικές πιέσεις:
- Πρώτον, δημιουργούνται τοπικά σημεία συμφόρησης. Ακόμη κι αν το συνολικό μερίδιο των data centers στην εθνική κατανάλωση δεν είναι, προς το παρόν, κυρίαρχο, η γεωγραφική τους συγκέντρωση σε συγκεκριμένους κόμβους καθιστά την ενσωμάτωσή τους απαιτητική άσκηση. Αυτό μπορεί να προκαλέσει τοπικές πιέσεις, όπως συμφόρηση σε υποσταθμούς, ανάγκη για ταχύτερες ενισχύσεις δικτύου και περιορισμό της διαθέσιμης χωρητικότητας για άλλους χρήστες.
- Δεύτερον, μεταβάλλονται οι ανάγκες του συστήματος ως προς την εξισορρόπηση και την επάρκεια ισχύος, καθώς ένα μεγάλο και σταθερό φορτίο απαιτεί διαρκή διαθεσιμότητα παραγωγής.
- Τρίτον, τίθεται ζήτημα κατανομής του κόστους. Σε αγορές ηλεκτρικής ενέργειας όπου τα δίκτυα και τα τιμολόγια λειτουργούν υπό ρυθμιστικό πλαίσιο, οι επενδύσεις ενίσχυσης των δικτύων συχνά ανακτώνται μέσω γενικών χρεώσεων που επιβαρύνουν το σύνολο των καταναλωτών, εκτός εάν ο ρυθμιστής εφαρμόσει αυστηρά κριτήρια σύμφωνα με την αρχή της πρόκλησης κόστους, δηλαδή ότι το κόστος πρέπει να επιβαρύνει τον χρήστη που το προκαλεί. Αναδύεται επομένως ζήτημα δίκαιης κατανομής του ενεργειακού κόστους της ΤΝ.
Ελλάδα: data-center hub και «πραγματικότητα δικτύου»
Τα τελευταία χρόνια, η Ελλάδα προβάλλεται ως περιφερειακή ψηφιακή πύλη στη Νοτιοανατολική Ευρώπη και ήδη υλοποιούνται σημαντικές επενδύσεις σε data centers. Η Lamda Hellix, που είχε ανακοινώσει από το 2022 την επέκταση των εγκαταστάσεών της στην Αττική παρέδωσε επισήμως το ATH3 το 2025 ως το μεγαλύτερο κέντρο δεδομένων στην Ελλάδα. Παράλληλα, η Microsoft προχωρά στην ανάπτυξη του δικού της συγκροτήματος στην Ανατολική Αττική, με σχεδιασμό για τρία κέντρα δεδομένων και με στόχο λειτουργίας το τέλος του 2027.
Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζει το γεγονός ότι η ανάπτυξη data centers δεν αφορά πλέον μόνο επενδύσεις διεθνών τεχνολογικών ομίλων. Ο όμιλος ΔΕΗ έχει παρουσιάσει σχέδιο για mega data center 300 MW στον ΑΗΣ Αγίου Δημητρίου στη Δυτική Μακεδονία, με δυνατότητα επέκτασης έως 1000 MW και ρητή αναφορά σε «behind-the-meter» τροφοδοσία ώστε να περιορίζεται η άμεση επιβάρυνση του εθνικού συστήματος. Αυτό είναι ένδειξη ότι ο ενεργειακός κλάδος βλέπει τα data centers ως νέο μεγάλο πόλο ζήτησης ηλεκτρικής ενέργειας, ο οποίος επηρεάζει την επενδυτική στρατηγική των εγχώριων ενεργειακών ομίλων και συνδέεται με την αναζήτηση νέων αναπτυξιακών προοπτικών σε περιφέρειες της μεταλιγνιτικής μετάβασης.
Η κρατική προσέγγιση του ζητήματος μέχρι σήμερα εστιάζει κυρίως στην προώθηση των σχετικών επενδύσεων και στη διαμόρφωση ειδικού αδειοδοτικού και χωροταξικού πλαισίου. Η Ελλάδα θέσπισε ειδικό πλαίσιο για data centers με τον Ν. 5069/2023 (ΦΕΚ A 193/28.11.2023), που ρυθμίζει όρους δόμησης, χρήσεις γης και καθεστώς γνωστοποίησης λειτουργίας. Παράλληλα, υπογράφηκε Μνημόνιο συνεργασίας Ελλάδας–Ηνωμένων Αραβικών Εμιράτων για προώθηση επενδύσεων ψηφιακών υποδομών που αναφέρεται σε data centers έως 500 MW.
Η υφιστάμενη εγχώρια κατανάλωση από data centers παραμένει σήμερα σχετικά περιορισμένη στα περίπου 65 GWh για το 2024, δηλαδή γύρω στο 0,1% της συνολικής ηλεκτρικής κατανάλωσης της χώρας. Αν, όμως, υλοποιηθούν οι ήδη ανακοινωμένες επενδύσεις νέας γενιάς που συνδέονται με τις ανάγκες της ΤΝ, τα δεδομένα θα αλλάξουν δραστικά. Με βάση διαθέσιμες ανακοινώσεις, η σχεδιαζόμενη εγκατεστημένη ισχύς προσεγγίζει τα 533 MW και, υπό μια υπόθεση μέσης αξιοποίησης 80%, η ετήσια κατανάλωσή τους θα μπορούσε να φτάσει περίπου τις 3735 GWh. Αυτό αντιστοιχεί περίπου στην κατανάλωση 934.000 τριμελών ή τετραμελών νοικοκυριών , δηλαδή σχεδόν στο 7% της σημερινής κατανάλωσης ηλεκτρικής ενέργειας της χώρας6.
Επιπλέον, όπως επισημαίνεται τόσο σε πρόσφατη ελληνική αρθρογραφία όσο και στη μελέτη του 1830lab, οι υλικές, ενεργειακές και χωρικές συνέπειες αυτών των εγκαταστάσεων παραμένουν σχετικά υποσυζητημένες, ενώ η δημόσια διαβούλευση υπήρξε περιορισμένη και η Αττική πλησιάζει ήδη τα όρια κορεσμού ως προς τη δυνατότητα φιλοξενίας νέων μονάδων. Το μοτίβο είναι σαφές. Η ψηφιακή στρατηγική κινείται ταχύτερα από την ολοκληρωμένη ενεργειακή στρατηγική για φορτία ΤΝ και διακρίνεται κίνδυνος οι επενδύσεις σε Κέντρα Δεδομένων να αντιμετωπιστούν πρωτίστως ως ένα «κατάλογο επενδυτικών έργων» με αποτέλεσμα την υποβάθμιση των υπαρκτών προβλημάτων και κινδύνων κατανομής ισχύος δικτύου και κόστους και των ζητημάτων δημοσίου συμφέροντος που αυτά εγείρουν.
Δίκτυο, περιθώρια ισχύος, κατανομή κόστους: το ελληνικό ρυθμιστικό τρίγωνο
Το μεγάλο επίδικο ερώτημα είναι αν το ελληνικό ηλεκτρικό σύστημα μπορεί να απορροφήσει μεγάλα φορτία ΤΝ χωρίς να αποσταθεροποιήσει τα τιμολόγια ή να περιορίσει τη δυνατότητα σύνδεσης άλλων χρηστών, όπως ενεργειακών κοινοτήτων, μικρότερων επιχειρήσεων και τοπικών έργων παραγωγής ή αποθήκευσης. Στην πράξη, η σύνδεση μεγάλων data centers αυξάνει τον ανταγωνισμό για τη διαθέσιμη χωρητικότητα σε υποσταθμούς, γραμμές μεταφοράς και δίκτυα διανομής, η οποία είναι εκ των πραγμάτων πεπερασμένη. Σε αυτό το σημείο καλείται να ενεργοποιηθεί το ελληνικό ρυθμιστικό τρίγωνο. Ο ΑΔΜΗΕ έχει την ευθύνη για το σύστημα μεταφοράς και τον μακροπρόθεσμο σχεδιασμό επενδύσεων. Ο ΔΕΔΔΗΕ διαχειρίζεται το δίκτυο διανομής και την ουδέτερη πρόσβαση των χρηστών στο δίκτυο. Η ΡΑΑΕΥ εγκρίνει τις μεθοδολογίες και τα τιμολόγια χρήσης δικτύου και επηρεάζει άμεσα τον τρόπο με τον οποίο ανακτώνται οι σχετικές δαπάνες.
Το κρίσιμο ζήτημα αφορά το αν και σε ποιο βαθμό εφαρμόζεται στην πράξη η αρχή της πρόκλησης κόστους. Η αρχή αυτή αποτελεί βασικό κανόνα της ευρωπαϊκής ρύθμισης των δικτύων, αλλά στην πράξη συνδυάζεται συχνά με άλλους στόχους δημόσιας πολιτικής, όπως η καθολική πρόσβαση στην ενέργεια. Χωρίς σαφή επιμερισμό, οι επενδύσεις ενίσχυσης δικτύου που απαιτούνται από μεγάλα φορτία ενδέχεται να μεταφέρονται μέσω ρυθμιζόμενων χρεώσεων στο σύνολο των καταναλωτών, δημιουργώντας έμμεση κοινωνικοποίηση του κόστους. Οι χρεώσεις χρήσης δικτύου καλύπτουν τόσο λειτουργικά όσο και κεφαλαιακά κόστη και εγκρίνονται από τον ρυθμιστή. Αν δεν υπάρξει εκ των προτέρων σαφής και διαφανής επιμερισμός του κόστους και συγκεκριμένοι όροι σύνδεσης, η ψηφιακή επέκταση κινδυνεύει να ενσωματωθεί ως εκ τούτου στο σύστημα με αδιαφανή τρόπο, δημιουργώντας μελλοντικές πιέσεις στα τιμολόγια και πιέσεις στο ήδη υψηλό κόστος ενέργειας και στο κόστος διαβίωσης των πολιτών.
Παρά την ανάδυση αυτών των ορατών κινδύνων, οι δημόσιες αρχές αντιμετωπίζουν την ανάπτυξη data centers κυρίως με επενδυτικούς όρους. Η δημόσια πολιτική περιορίζεται στην επιτάχυνση των αδειοδοτήσεων και στην προβολή των εν λόγω επενδύσεων ως ένδειξη δυναμισμού και ανταγωνιστικότητας της οικονομίας αγνοώντας τις κοινωνικές προκλήσεις που χρήζουν ρύθμισης μέσω ολοκληρωμένου ενεργειακού σχεδιασμού για φορτία ΤΝ. Δεν έχει ακόμη παρουσιαστεί μια ολοκληρωμένη δημόσια αποτίμηση της συνολικής ισχύος που θα απαιτήσουν οι σχεδιαζόμενες εγκαταστάσεις με την ένταξή τους στον ενεργειακό σχεδιασμό και της επίπτωσής τους στις ρυθμιζόμενες χρεώσεις χρήσης μεταφοράς και διανομής που επιβαρύνουν τους λογαριασμούς όλων των καταναλωτών. Χωρίς αυτή τη συστηματική ενσωμάτωση των φορτίων ΤΝ στον εθνικό ενεργειακό σχεδιασμό, στην επάρκεια ισχύος και στις μεθοδολογίες τιμολόγησης δικτύου, η χώρα κινδυνεύει να επωμιστεί το ενεργειακό βάρος του ρόλου της ως ψηφιακού κόμβου χωρίς σαφείς κοινωνικούς όρους και χωρίς στρατηγική ισορροπία μεταξύ ψηφιακής ανάπτυξης και ενεργειακής δικαιοσύνης.
Ανισότητα και ασυμμετρία ισχύος στο σταυροδρόμι ΤΝ–ενέργειας
Οι μεγάλοι τεχνολογικοί όμιλοι έχουν τη δυνατότητα να διαπραγματεύονται μακροχρόνιες συμβάσεις προμήθειας και να εξασφαλίζουν σημαντικά χαρτοφυλάκια ανανεώσιμης ισχύος. Ενδεικτικά, πρόσφατο δημοσίευμα από το διεθνή Τύπο (Φεβρουάριος 2026) αναφέρει ότι η Microsoft έχει συνάψει συμβάσεις για περίπου 40 GW νέας ανανεώσιμης ισχύος, κυρίως μέσω διμερών συμβάσεων αγοράς ηλεκτρικής ενέργειας (PPAs), στο πλαίσιο της επέκτασης των ενεργοβόρων υποδομών TN και cloud. Πρόκειται για μια εύλογη εταιρική στρατηγική διαχείρισης κινδύνου και κόστους, η οποία όμως επηρεάζει ουσιαστικά το ποιος αποκτά σταθερή και προβλέψιμη πρόσβαση σε καθαρή ενέργεια και με ποιους όρους.
Ο κίνδυνος δημιουργίας μιας «ψηφιακής ενεργειακής ελίτ» αναδύεται όταν μεγάλοι παίκτες εξασφαλίζουν προτεραιότητα σε ανανεώσιμη ισχύ, ενισχύσεις δικτύου και ταχύτερες συνδέσεις, ενώ μικρότεροι χρήστες και επιχειρήσεις λειτουργούν ως υπολειμματικοί καταναλωτές σε κορεσμένα δίκτυα. Η εμπειρία της Ιρλανδίας δείχνει πώς αυτή η δυναμική μπορεί να επηρεάσει δομικά το σύστημα ενέργειας. Επίσημα στοιχεία της στατιστικής υπηρεσίας της χώρας δείχνουν ότι τα data centers αύξησαν το μερίδιό τους στη μετρημένη κατανάλωση ηλεκτρισμού από 5% το 2015 σε 22% το 2024 με κατανάλωση 6969 GWh. Η πίεση αυτή οδήγησε σε αυστηρότερη ρυθμιστική στάση. Η ρυθμιστική αρχή δημοσίευσε νέο πλαίσιο σύνδεσης το 2026, επισημαίνοντας την ανάγκη κεντρικά καθοδηγούμενης προσέγγισης και μεγαλύτερης διαφάνειας ως προς τη χωρητικότητα και τους περιορισμούς του δικτύου. Το ελληνικό πλαίσιο δεν είναι ταυτόσημο, αλλά η κατεύθυνση των εξελίξεων παρουσιάζει ομοιότητες: περιορισμένος «ηλεκτρικός χώρος», αυξανόμενος ανταγωνισμός για συνδέσεις και ένα επενδυτικό αφήγημα που κινδυνεύει να επισκιάσει τους ορατούς κινδύνους για το δημόσιο συμφέρον.
Ένα πρόβλημα που δεν έχει ακόμη οριστεί πολιτικά
Παρά την αυξανόμενη τεκμηρίωση και τις δημόσιες αναφορές για την ενεργειακή κατανάλωση της ΤΝ, το δίπολο «ΤΝ– Ενέργεια» εξακολουθεί να αντιμετωπίζεται συχνά ως τεχνική λεπτομέρεια της ψηφιακής πολιτικής και όχι ως αυτόνομο ζήτημα ενεργειακής στρατηγικής. Δύο δομικοί λόγοι εξηγούν αυτό το σοβαρό έλλειμμα στρατηγικής:
- Ο πρώτος είναι η αδιαφάνεια και η αβεβαιότητα των δεδομένων. Οι φορείς χάραξης πολιτικής δεν διέθεταν έως πρόσφατα επαρκή εργαλεία και αξιόπιστα στοιχεία για να αποτιμήσουν με ακρίβεια το πραγματικό ενεργειακό αποτύπωμα των data centers και των εφαρμογών TN.
- Ο δεύτερος λόγος είναι ο θεσμικός κατακερματισμός. Τα υπουργεία εστιάζουν στην προσέλκυση επενδύσεων και την τεχνολογική καινοτομία, οι ενεργειακές ρυθμιστικές αρχές στα τιμολόγια και τη λειτουργία των δικτύων, ενώ οι περιβαλλοντικές υπηρεσίες στις αδειοδοτήσεις και τις επιπτώσεις.
- Ο τρίτος λόγος είναι η ίδια η πολιτική ιεράρχηση των προτεραιοτήτων. Η ανάπτυξη των data centers αντιμετωπίζεται πρωτίστως ως ευκαιρία επενδυτικής προβολής και ψηφιακού εκσυγχρονισμού, ενώ υποχωρεί η μέριμνα για το δημόσιο συμφέρον, τη δίκαιη κατανομή του ενεργειακού κόστους και την προστασία των χρηστών του δικτύου. Δεν πρόκειται μόνο για τεχνικό ή διοικητικό κενό, αλλά και για πολιτική επιλογή.
Το κεντρικό πολιτικό διακύβευμα αφορά συνεπώς το πλαίσιο όρων και υποχρεώσεων που συνοδεύει τη φιλοδοξία μιας χώρας να εξελιχθεί σε περιφερειακό ψηφιακό κόμβο. Σε ευρωπαϊκό επίπεδο η προσέγγιση αρχίζει να μετατοπίζεται, καθώς θεσπίστηκαν υποχρεώσεις αναφοράς και δείκτες για την ενεργειακή απόδοση και τη βιωσιμότητα των κέντρων δεδομένων. Ωστόσο, η υποχρεωτική δημοσιοποίηση στοιχείων αποτελεί μόνο το πρώτο βήμα για τη διαμόρφωση μιας ολοκληρωμένης στρατηγικής βιώσιμης ανάπτυξης από ενεργειακή άποψη των data centers στη χώρα μας.
[1] ΕΝΑ (2023). Κέντρα δεδομένων υπερκλίμακας στην Ελλάδα: Επενδύοντας στα ψηφιακά «νέφη». https://enainstitute.org/publication/kentra-dedomenon-yperklimakas-stin-e/
[2] ΕΝΑ (2024). Το «νέφος» της Αττικής: Διερευνώντας τις επενδύσεις τεχνολογικών κολοσσών στον τομέα των κέντρων δεδομένων. https://enainstitute.org/publication/to-nefos-tis-attikis-dierevnontas-tis-ependyseis-technologikon-kolosson-ston-tomea-ton-kentron-dedomenon/






