Όχι, φυσικά, ότι οι τρεις χώρες είναι ίδιες ή ότι οι πολιτικές τους είναι ταυτόσημες. Είναι όμως εντυπωσιακά παρόμοιος ο τρόπος με τον οποίο μια εξουσία που βρίσκεται αντιμέτωπη με έντονη αμφισβήτηση επιλέγει να ερμηνεύσει αυτό που συμβαίνει: ο κόσμος κάνει λάθος, οι αντιδράσεις είναι υπερβολικές και η κυβέρνηση, κατά τα άλλα, κάνει τη δουλειά της σωστά.
Ο Μακρόν, με τη Γαλλία να βρίσκεται σε αναβρασμό και μόλις έξι μήνες πριν από τις προεδρικές εκλογές, προειδοποιεί ότι «δεν είναι φυσιολογικό» η χώρα να βρίσκεται σε αυτή την κατάσταση και ζητά να μην επαναληφθούν οι εικόνες χάους. Μιλά για τάξη και δηλώνει ότι η πολιτεία θα ανταποκριθεί στις «μόνιμες προσδοκίες» των πολιτών.
Μόνο που το ερώτημα είναι άλλο: γιατί έφτασε η Γαλλία μέχρι εδώ;
Όταν οι δρόμοι γεμίζουν και η πολιτική αποξένωση γίνεται εμφανής, η εύκολη απάντηση είναι να καταδικάσεις την ένταση. Η δύσκολη είναι να αναρωτηθείς μήπως η ίδια η πολιτική σου έχει δημιουργήσει μέρος του προβλήματος. Και εκεί βρίσκεται η αδυναμία του Μακρόν: αντιμετωπίζει κυρίως το σύμπτωμα, ενώ αποφεύγει να αναμετρηθεί με τις βαθύτερες αιτίες.
Και εδώ βρίσκεται η σημασία της γαλλικής εμπειρίας για την Ελλάδα. Όχι επειδή οι δύο χώρες αντιμετωπίζουν τα ίδια προβλήματα, αλλά επειδή αποκαλύπτεται ένας συγκεκριμένος τρόπος άσκησης της εξουσίας: όταν η πραγματικότητα δεν συμφωνεί με το κυβερνητικό αφήγημα, τόσο το χειρότερο για την πραγματικότητα.
Ο Μητσοτάκης έχει οικοδομήσει εδώ και χρόνια ένα πολιτικό αφήγημα σύμφωνα με το οποίο η χώρα βρίσκεται σε διαρκή πορεία επιτυχίας: η οικονομία πηγαίνει καλά, οι επενδύσεις έρχονται, η ανεργία μειώνεται, η Ελλάδα αλλάζει, η κυβέρνηση μεταρρυθμίζει. Και όταν οι πολίτες διαμαρτύρονται, υπάρχει σχεδόν πάντα μια εξήγηση για την οποία η διαμαρτυρία δεν πρέπει να μετατραπεί σε πολιτική αμφισβήτηση.
Ακρίβεια; - Διεθνές πρόβλημα.
Τέμπη; - Μεμονωμένες ευθύνες και πολιτική εκμετάλλευση.
Υποκλοπές; - Θεσμικές εξηγήσεις.
Αγρότες; - Υπερβολικές απαιτήσεις.
Νεολαία; - Πολιτική εργαλειοποίηση.
Το αποτέλεσμα είναι μια επικίνδυνη απόσταση ανάμεσα στην εικόνα που έχει η κυβέρνηση για την διακυβέρνηση της και στην σκληρή καθημερινότητα ενός σημαντικού τμήματος της κοινωνίας. Και αυτή η απόσταση, όσο παραμένει, δεν εξαφανίζεται· μεγαλώνει.
Εδώ αποκτά ιδιαίτερη σημασία η Σερβία. Όχι ως αντιγραφή της ελληνικής περίπτωσης, αλλά ως υπενθύμιση ότι ακόμη και μια πολιτική κυριαρχία που έμοιαζε ακλόνητη μπορεί να ανατραπεί όταν ένα γεγονός λειτουργήσει ως καταλύτης.
Η τραγωδία στο Νόβι Σαντ, τα «Τέμπη της Σερβίας», έγινε η αφετηρία ενός φοιτητικού κινήματος που μέσα σε σχεδόν δύο χρόνια μετατράπηκε σε ευρύτερη πολιτική δύναμη. Και χθες ήρθε η κάλπη, με τον Βούτσιτς να ηττάται με εκκωφαντικό τρόπο.
Γι' αυτό και η σερβική εξέλιξη θα έπρεπε να προβληματίζει το Μαξίμου περισσότερο από όσο ίσως νομίζει. Όχι επειδή επίκειται κάποια μηχανική επανάληψη της ίδιας εξέλιξης στην Ελλάδα. Αυτό δεν φαίνεται. Υπάρχουν όμως σαφέστατες ενδείξεις , για το πόσο εύκολα η «πολιτική σταθερότητα» μπορεί να αποδειχθεί επίπλαστη όταν η κυβερνητική εικόνα για τη χώρα απέχει από την πραγματική της κατάσταση.
Ο Μακρόν βλέπει την αναταραχή και μιλά για τάξη. Ο Μητσοτάκης επιμένει ότι η χώρα κινείται στον σωστό δρόμο. Ο Βούτσιτς, ύστερα από χρόνια κυριαρχίας, βρέθηκε τελικά απέναντι στην κάλπη.
Τρεις διαφορετικές χώρες, τρεις διαφορετικές πολιτικές διαδρομές, αλλά ένα κοινό μάθημα: καμία εξουσία δεν μπορεί να θεωρεί δεδομένο ότι η σημερινή της εικόνα θα είναι και η αυριανή πραγματικότητα.
Το πιο επικίνδυνο για μια κυβέρνηση δεν είναι η κριτική. Είναι να πιστέψει ότι η κριτική δεν έχει σημασία.
Οι ανυποψίαστοι και οι αιθεροβάμονες συνήθως δεν αντιλαμβάνονται την πολιτική αλλαγή όταν έρχεται.
Την αντιλαμβάνονται όταν έχει ήδη συμβεί.
Και τότε είναι αργά γι' αυτούς.
