Γιάννης Τριήρης: Η «ψευδαίσθηση» της Μέσης Ανατολής και το Ουκρανικό αδιέξοδο

Γιάννης Τριήρης: Η «ψευδαίσθηση» της Μέσης Ανατολής και το Ουκρανικό αδιέξοδο
Παρασκευή, 19/06/2026 - 08:13

Η υπογραφή της συμφωνίας μεταξύ ΗΠΑ και Ιράν έγινε δεκτή από τη διεθνή κοινότητα με ανακούφιση, όμως στον περίπλοκο χάρτη της γεωπολιτικής, η ειρήνη δεν προεξοφλείται ποτέ με μια υπογραφή.

Με δεκάδες αστάθμητους παράγοντες να παραμένουν ενεργοί στη Μέση Ανατολή, η συμφωνία αυτή μοιάζει περισσότερο με μια απλή ανακωχή παρά με μόνιμη λύση.

Παρ' όλα αυτά, η εξέλιξη αυτή επέτρεψε στους Δυτικούς συμμάχους να στρέψουν ξανά το βλέμμα τους εκεί που χτυπά η καρδιά της ευρωπαϊκής ασφάλειας. Στο μέτωπο Ρωσίας-Ουκρανίας.

Ωστόσο, η επιστροφή της Ουκρανίας στο επίκεντρο της δυτικής στρατηγικής συνοδεύεται από μια δραματική κλιμάκωση και βαθιά, αναπάντητα ερωτήματα που αμφισβητούν την ίδια τη λογική του πολέμου.

Το Κίεβο, επιχειρώντας να ενισχύσει τη διαπραγματευτική του θέση, πέρασε σε μια νέα, επιθετική φάση. Η πρόσφατη, μαζικότερη από την έναρξη του πολέμου, επίθεση με drones εναντίον της Μόσχας –και μάλιστα με στόχο το στρατηγικής σημασίας διυλιστήριο πετρελαίου της ρωσικής πρωτεύουσας– δείχνει ότι οι Ουκρανοί διαθέτουν πλέον τη δυνατότητα να πλήττουν την «καρδιά» της ρωσικής ενέργειας εκατοντάδες χιλιόμετρα μακριά από το μέτωπο.

Για τον πρόεδρο Ζελένσκι, αυτές οι επιθέσεις λειτουργούν ως «κυρώσεις μεγάλου βεληνεκούς», συμπληρώνοντας το οικονομικό εμπάργκο της Δύσης με στόχο να στερέψουν οι πόροι που χρηματοδοτούν τη ρωσική πολεμική μηχανή. Δυτικοί αναλυτές βλέπουν εδώ ένα ξεκάθαρο μήνυμα προς το Κρεμλίνο, πως ο χρόνος δεν κυλά υπέρ του και το κόστος θα αυξάνεται σταθερά.

Όμως, πίσω από την επικοινωνιακή και στρατιωτική επιτυχία αυτών των πληγμάτων, κρύβεται ένα θεμελιώδες παράδοξο.

Πώς είναι δυνατόν να επιτευχθεί η ειρήνη μέσα από την κλιμάκωση των εχθροπραξιών, την οποία μάλιστα συμπαραστέκονται και προτρέπουν με θέρμη οι Ευρωπαίοι σύμμαχοι; Μπορεί η φωτιά να σβήσει με περισσότερο λάδι;

Η δυτική στρατηγική βασίζεται στην υπόθεση ότι η πίεση θα εξαναγκάσει τον Βλαντιμίρ Πούτιν σε έναν συμβιβασμό.

Είναι όμως αυτό ρεαλιστικό; Είναι δυνατόν ο Πούτιν να αποδεχτεί μια ήττα επί του πεδίου, ή έστω έναν ταπεινωτικό συμβιβασμό, χωρίς να αντιδράσει ακραία;

Η ιστορία και η μέχρι τώρα πορεία του Ρώσου προέδρου δείχνουν το αντίθετο. Για το Κρεμλίνο, ο πόλεμος αυτός έχει υπαρξιακό χαρακτήρα. Κάθε ουκρανικό πλήγμα βαθιά μέσα στο ρωσικό έδαφος, αντί να κάμψει το ηθικό, κινδυνεύει να χρησιμοποιηθεί ως εσωτερική προπαγάνδα για μια ακόμη πιο αιματηρή, ίσως και μη αναστρέψιμη, απάντηση.

Το πιο κρίσιμο κομμάτι του παζλ, ωστόσο, βρίσκεται στην άλλη πλευρά του Ατλαντικού. Η Ευρώπη μπορεί να προτρέπει σε συνέχιση του αγώνα, αλλά οι ΗΠΑ –ο πραγματικός πνεύμονας της ουκρανικής άμυνας– βρίσκονται σε κατάσταση έκτακτης ανάγκης.

Όπως αποκαλύφθηκε, οι αποθήκες πυρομαχικών των ΗΠΑ έχουν κυριολεκτικά αδειάσει. Ο δίμηνος πόλεμος με το Ιράν, με την αλόγιστη χρήση προηγμένων συστημάτων Patriot, THAAD, PsMR, JASSM ER, άφησε την παγκόσμια υπερδύναμη εκτεθειμένη. Για να αναπληρωθούν αυτά τα αποθέματα θα χρειαστούν από 3 έως και 5 χρόνια, αναγκάζοντας τον Ντόναλντ Τραμπ να ενεργοποιήσει τον νόμο Defence Production Act του 1950, μετατρέποντας ουσιαστικά την ελεύθερη αμερικανική οικονομία σε «πολεμική».

Με βάση αυτά τα δεδομένα, προκύπτει το μεγάλο ερώτημα. Θα συμμετάσχουν οι ΗΠΑ σε έναν νέο, παρατεταμένο πόλεμο στην Ουκρανία;

Η απάντηση τείνει προς το «όχι». Από τη μία πλευρά, η γνωστή πολιτική στάση του Τραμπ, ο οποίος δεν έχει κρύψει τη διάθεσή του για συνεννόηση με τον Πούτιν και την αντίθεσή του στη χρηματοδότηση του Κιέβου, λειτουργεί ως τροχοπέδη. Από την άλλη, η ίδια η σκληρή πραγματικότητα των αριθμών δείχνει ότι η Ουάσινγκτον δεν έχει αυτή τη στιγμή τα όπλα για να στηρίξει μια νέα μεγάλη σύγκρουση. Όταν η ίδια η υπερδύναμη χρειάζεται χρόνια για να θωρακίσει τον εαυτό της, η περαιτέρω εμπλοκή της στην Ουκρανία φαντάζει αδύνατη.

Η Ευρώπη μοιάζει να εγκλωβίζεται σε μια ρητορική πολέμου, την ώρα που το« στήριγμά» της, οι ΗΠΑ, λυγίζουν υπό το βάρος των δικών του στρατιωτικών ελλείψεων. Η στρατηγική της «ειρήνης μέσω της ολοκληρωτικής ήττας της Ρωσίας» αποτελεί μάλλον μια επικίνδυνη χίμαιρα.

Όταν οι αποθήκες όπλων αδειάζουν, όταν οι αντίπαλοι είναι πυρηνικές δυνάμεις που δεν μπορούν να αποδεχτούν την ήττα, και όταν οι περιφερειακές συμφωνίες, όπως αυτή με το Ιράν, κρέμονται από μια κλωστή, μήπως η επιστροφή στη ρεαλιστική διπλωματία είναι, τελικά, η μόνη λογική λύση που απομένει;

Αν η Δύση δεν το κατανοήσει έγκαιρα, ο επόμενος γύρος της παγκόσμιας αστάθειας μπορεί να μην αντιμετωπίζεται πλέον ούτε με όπλα, ούτε με υπογραφές.