Η εμπροσθοβαρής προσαύξηση της ταρίφας κατά 15% έως 20% για μερικά χρόνια, με επιστροφή αντίστοιχων ποσών στο τέλος της σύμβασης μέσω μηχανισμού ανάκτησης, ανακοινώνεται ως στήριξη. Δεν είναι στήριξη. Είναι ταμειακή διευκόλυνση, όχι καθαρή αύξηση εσόδου.
Το προκλητικό είναι ότι υπάρχει ήδη ευρωπαϊκή βάση για πραγματική, μόνιμη και μη ανακτήσιμη στήριξη, χωρίς κοινοποίηση. Το άρθρο 4(1) του Κανονισμού (ΕΚ) 794/2004 ορίζει ρητά ότι «an increase in the original budget of an existing aid scheme by up to 20% shall not be considered an alteration to existing aid», δηλαδή «αύξηση του αρχικού προϋπολογισμού υφιστάμενου καθεστώτος ενισχύσεων έως 20% δεν θεωρείται τροποποίηση υφιστάμενης ενίσχυσης». Εφόσον η παρέμβαση δομηθεί ως αύξηση του προϋπολογισμού του υφιστάμενου εγκεκριμένου καθεστώτος έως 20%, χωρίς μεταβολή των λοιπών ουσιωδών όρων, το ευρωπαϊκό πλαίσιο δίνει ήδη δρόμο μη κοινοποίησης για μια καθαρή, μη ανακτήσιμη ενίσχυση πέντε ετών. Αντί γι’ αυτό επιλέγεται ένα ταμειακά ουδέτερο σχήμα εμπροσθοβαρούς καταβολής με clawback. Αυτό δεν είναι μόνιμη στήριξη, είναι δανεισμός του παραγωγού από τα μελλοντικά του έσοδα.
Το ίδιο αφήγημα ατέρμονης ευρωπαϊκής αναμονής επιστρατεύεται και για την επέκταση των συμβάσεων, και ούτε αυτό δικαιολογείται. Ο ίδιος Κανονισμός, στο άρθρο 4(2)(β), προβλέπει απλοποιημένη διαδικασία για «the prolongation of an existing authorised aid scheme by up to six years, with or without an increase in the budget», δηλαδή «την παράταση εγκεκριμένου υφιστάμενου καθεστώτος ενισχύσεων έως 6 έτη, με ή χωρίς αύξηση του προϋπολογισμού», με την Επιτροπή να επιδιώκει απόφαση «within a period of one month», «εντός προθεσμίας ενός μηνός». Δεν πρόκειται για αυτόματη έγκριση, πρόκειται για απλοποιημένη κοινοποίηση, και ακριβώς γι’ αυτό δεν δικαιολογείται το αφήγημα της αέναης αναμονής όταν υπάρχει αυτή η διαδρομή. Το δείχνει η Γερμανία. Μετά από προκοινοποίηση στις 3 Αυγούστου 2021 και τεχνική προεργασία, η επίσημη κοινοποίηση των τροποποιήσεων στις 18 Νοεμβρίου 2021 εγκρίθηκε στις 9 Δεκεμβρίου 2021, σε 21 ημερολογιακές ημέρες. Το εμπόδιο δεν είναι οι Βρυξέλλες. Είναι ότι κανείς δεν κατέθεσε τον φάκελο.
Και φτάνουμε και στις αρνητικές τιμές. Ο ισχύων νόμος κόβει την ενίσχυση όταν οι τιμές είναι αρνητικές για πάνω από δύο συνεχόμενες ώρες. Όταν τα αρνητικά επεισόδια θα είναι μέχρι 2 ώρες η τιμή μάλλον θα βυθίζεται, για παράδειγμα στα -100 €/MWh, ο παραγωγός θα πληρώνει για να δώσει ρεύμα. Αν η ταρίφα του είναι 68,87 €, θα πληρώσει 100 € για 1MWh στην αγορά και θα πάρει 68,87 € από τον ΔΑΠΕΕΠ, δηλαδή θα βγει χαμένος 31,13 €. Αν δεν ρυθμιστεί η αγορά ως προς τις υποχρεώσεις των ΦοΣΕ για τα προγράμματα αγοράς, τότε αυτές τις δύο ή τέσσερις αρνητικές ώρες πιθανότατα θα τις βλέπουμε στο -100 € σιγά σιγά. Εδώ το ζήτημα δεν είναι ευρωπαϊκό, είναι εθνικό, και το αίτημα του Συλλόγου μας είναι σαφές, να βρεθεί λύση ως προς την τήρηση των προγραμμάτων των ΦοΣΕ, ειδάλλως το παραπάνω θα γίνει μόνιμο και μετά πάλι θα συζητάμε τι έγινε. Όσο μπαίνει νέα φωτοβολταϊκή ισχύς, οι αρνητικές τιμές γίνονται συχνότερες και βαθύτερες, οπότε το κατώφλι των συνεχόμενων ωρών είναι σχεδιασμένο να αστοχεί ακριβώς εκεί που η ζημιά μεγαλώνει.
Και για τις περικοπές, το ζήτημα είναι απλό, ο κανόνας υπάρχει ήδη. Το άρθρο 13(7) του Κανονισμού (ΕΕ) 2019/943 προβλέπει αποζημίωση, μαζί με τη λειτουργική ενίσχυση, για κάθε περικοπή που επιβάλλει το σύστημα σε παραγωγό με σταθερή σύνδεση. Δεν χρειάζεται νέο μέτρο, χρειάζεται επιτέλους η εφαρμογή του.
Το συμπέρασμα είναι σκληρό αλλά τεκμηριωμένο. Τη ζημιά δεν την έφερε η αγορά από μόνη της, τη γέννησε η αδειοδότηση λάθος ενεργειακού μίγματος, και τώρα την επωμίζεται ο μικρός παραγωγός. Την ίδια στιγμή το ευρωπαϊκό πλαίσιο δίνει έτοιμα τα εργαλεία, καθαρή αύξηση εντός του 20%, παράταση με απλοποιημένη διαδικασία έως 6 έτη, υποχρεωτική αποζημίωση των συστημικών περικοπών, και περιθώριο σωστής εθνικής ρύθμισης για τις αρνητικές τιμές και χαρακτηρισμό δανείων ώς έκτακτης ανάγκης που δεν στοιχίζει ούτε ένα ευρώ. Δεν λείπει το εργαλείο, λείπει η βούληση. Ως Σύλλογος ΕΠΑΦΗ το λέμε ξεκάθαρα.
Ας σταματήσουν να αποφασίζουν για εμάς χωρίς εμάς.





